Του Γιώργου Πανταγιά
Δεν είναι οικόπεδο που το καταπατούνε
ούτε και μούρλα εθνική που επιστρέφει.
Είναι η Κύπρος που οι έμποροι τη μισούνε
και η ανάγκη μας που όνομα δεν έχει.
Διονύσης Σαββόπουλος.
Οι στίχοι του αξέχαστου τραγουδοποιού, διατηρούν αμείωτη τη διαχρονική τους αξία. Η γεωστρατηγική θέση της Κύπρου, την καθιστά κόμβο στη διεθνή πολιτική σκακιέρα και πρωτίστως στο σκληρό ανταγωνισμό στο χώρο της Ανατολικής Μεσόγειου. Η διττή εθνοτοπική της ταυτότητα, τροφοδοτεί εθνοκεντρικούς εγωισμούς, περιχαρακώσεις ακόμη και συγκρούσεις. Αρκεί να θυμηθούμε τα αιματηρά γεγονότα του 1964, δέκα χρόνια πριν την τουρκική εισβολή, τα οποία οδήγησαν στην εγκατάσταση ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ.
Ο παγωμένος χρόνος του κυπριακού προβλήματος, εμβαθύνει περαιτέρω τη διαίρεση του νησιού. Επί 52 ολόκληρα χρόνια, σωρεύει αδιέξοδα. Καλλιεργεί ανασφάλειες και αμφιβολίες. Συντηρεί εθνικιστικές φαντασιώσεις και εχθροπάθειες. Το ψυχικό ρήγμα μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, είναι υπαρκτό και έντονο, μολονότι υπάρχουν ακόμη θύλακες που ποθούν την επανένωση.
Οι ατελέσφορες προσπάθειες για επίλυση του Κυπριακού, διαχρονικά προσκρούουν στην ανομολόγητη διαπίστωση: Ουσιαστικά έως τώρα δεν υπήρξε η απαραίτητη βούληση για πραγματική διαπραγμάτευση από τις δύο πλευρές. Και αυτό γιατί, δεν έχει καταστεί κοινός τόπος η ανάγκη ενός ιστορικού συμβιβασμού, επωφελούς και για τις δύο κοινότητες.
Η αποτελμάτωση των συνομιλιών οφείλεται στις υπερχειλίζουσες αυταρέσκειες, μονομέρειες και απολυτότητες. Ο εξοβελισμός του ρεαλισμού δεν επέτρεψε την επικράτηση της συνεννόησης και της αναζήτησης προσεγγίσεων, που δεν θα είχαν στραμμένο το βλέμμα τους στο δύσκολο και αιματηρό παρελθόν, αλλά στον παρόντα και μέλλοντα χρόνο. Η περιπέτεια της Κύπρου αν κάτι δείχνει είναι, ότι ο φόβος αποτελεί τον μεγαλύτερο εχθρό για την επίτευξη μιας συνεκτικής συνύπαρξης.
Η ζώσα πραγματικότητα δεν αντιμετωπίζεται με εθνοκεντρικά στερεότυπα, ούτε με έναν άκαμπτο λόγο, ο οποίος καταλήγει να είναι εθνικά επιζήμιος, για να επικαλεστώ τον επίμονο υποστηρικτή της επανένωσης της Κύπρου Μιχάλη Παπαπέτρου. Η διαιώνιση της διαιρεμένης Κύπρου, δεν παύει να είναι τρανή επιβεβαίωση. Πόσο μάλλον σήμερα, όπου το διεθνές δίκαιο έχει μετατραπεί σε κουρελόχαρτο στα χέρια των επιβητόρων της διεθνούς γεωπολιτικής, εξυπηρετώντας είτε συναλλακτικές σκοπιμότητες είτε αυτοκρατορικές επιδιώξεις.
Στους ομόκεντρους κύκλους των χαμένων ευκαιριών, δύο ήταν τα κορυφαία αλλά και ιστορικά γεγονότα, τα οποία η Κύπρος αρνήθηκε να αξιοποιήσει. Το πρώτο η απόρριψη του σχεδίου Ανάν το 2004, από τους ελληνοκυπρίους και το δεύτερο το ναυάγιο του Κράν Μοντανά το 2017.
Αν δεν είχε μεσολαβήσει κυβερνητική αλλαγή στην Κυπριακή Δημοκρατία, όπου τον Γλαύκο Κληρίδη διαδέχθηκε ο Τάσος Παπαδόπουλος, αλλά και αν ο Νίκος Αναστασιάδης δεν είχε δραπετεύσει από τις συνομιλίες στην ελβετική πόλη, απορρίπτοντας το Πλαίσιο των Έξι Σημείων του Αντόνιο Γκουτέρες , αναμφίβολα θα είχε κλείσει ο κύκλος των χαμένων ευκαιριών, με την επανένωση της Κύπρου.
Ασφαλώς και ήταν μοιραίο λάθος με επιζήμιες συνέπειες, εις βάρος όχι μόνο της Ελλάδας αλλά και της Κύπρου, το γεγονός ότι η κυβέρνηση Καραμανλή έτρεξε να ακυρώσει την ιστορική Συμφωνία του Ελσίνκι του 1999, που επετεύχθη με τους αριστοτεχνικούς χειρισμούς του Κώστα Σημίτη, εγκαταλείποντας τα κεκτημένα της.
Εύλογο είναι, το Κυπριακό μετά τα όσα προηγήθηκαν να έχει στοιχειώσει. Οι συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί είναι αναμφισβήτητα δυσμενέστερες. Το πιστοποιεί με τον καλύτερο τρόπο η αναδίπλωση της Τουρκίας, υιοθετώντας την επιδίωξη της «κυριαρχικής ισότητας» των δύο κρατών. Κάτι που υπαγορεύεται από τις γενικότερες γεωπολιτικές της επιδιώξεις στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή.
Η εκφρασμένη βούληση του νέου μετριοπαθή Τουρκοκύπριου ηγέτη Τουφάν Ερχιουρμάν, για την διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία στο πλαίσιο πολιτικής ισότητας, συνιστά δίχως καμμιά αμφιβολία θετική εξέλιξη. Εντούτοις η ετεροβαρής σχέση του με την Τουρκία, θέτει ερωτήματα ως προς την δυνατότητα του να επηρεάσει τις τελικές αποφάσεις.
Το παράδοξο είναι ότι έπειτα από εννέα χρόνια απραξίας και ύπνωσης, το Κυπριακό μετά την παταγώδη αποτυχία του Κράν Μοντανά, βρέθηκε ξαφνικά στο επίκεντρο πρωτοβουλίας εκ μέρους του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ. Ο χρόνος που κύλησε ενίσχυσε την εκτίμηση πως οι δυνατότητες επίλυσής του μοιάζουν μάλλον άπιαστες.
Ο Αντόνιο Γκουτέρες καθυστέρησε αδικαιολόγητα να πράξει το αυτονόητο. Όφειλε να αντιδράσει νωρίτερα, αξιοποιώντας την πολιτική αλλαγή που έφερε στους Τουρκοκυπρίους η εκλογή του μετριοπαθούς Ερχιουρμάν, μετά την εκλογική αποδοκιμασία του αδιάλλακτου Τατάρ. Μάλιστα τη στιγμή που ο νέος Τουρκοκύπριος ηγέτης δεν μάσησε τα λόγια του, φτάνοντας στο σημείο να διαφοροποιηθεί από την τουρκική επιμονή των δύο κρατών.
Η ετεροχρονισμένη επίσκεψη του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ στην Μεγαλόνησο, δεν συνέβαλλε στη νεκρανάσταση του Κυπριακού. Ούτε αποτέλεσε την αφορμή αποσαφήνισης των πραγματικών προθέσεων και επιδιώξεων των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων. Πόσο μάλλον στο μπόλιασμα των αντιτιθέμενων προσδοκιών. Απεναντίας επιβεβαίωσε την αδράνεια και αναποφασιστικότητα των τελευταίων χρόνων.
Μια πραγματικότητα που εδράζεται στην εκτίμηση πως η λύση δεν επείγει. Και εν πάση περιπτώσει το τωρινό στάτους κβο, έχει και αυτό τα πλεονεκτήματά του. Οι θιασώτες αυτής της άποψης, επικαλούνται το νέο περιβάλλον που έχει διαμορφωθεί στην περιοχή εξαιτίας των γεωπολιτικών ανακατατάξεων. Και κυρίως την αποτροπή της Τουρκίας από τους στρατηγικούς της στόχους.
Παρόλα αυτά η αλήθεια είναι, ότι στην Κύπρο συγκρούονται δύο διαμετρικά αντίθετες επιδιώξεις και προθέσεις. Η πλειονότητα των Τουρκοκυπρίων προσβλέπει στην επανένωση του νησιού, προσδοκώντας βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους. Από την άλλη στην ελληνοκυπριακή πλευρά επικρατεί η αντίληψη, πως η επανένωση θα τους στερήσει μερίδιο από την ανάπτυξη και την ευημερία τους.
Μάλιστα η εκτίμηση αυτή βρίσκει πρόσφορο έδαφος στις νεότερες γενιές οι οποίες δεν έχουν βιώματα συμβίωσης Ελληνοκυπρίων, Τουρκοκυπρίων. Αλλά ούτε έχουν ζήσει τα τραυματικά γεγονότα της τουρκικής εισβολής του 1974. Έτσι άλλωστε μπορούν να εξηγηθούν οι επικρατούσες τάσεις στην ευρύτερη κοινή γνώμη των δύο κοινοτήτων. Και το κυριότερο, να ερμηνευθούν οι επιλογές των ηγεσιών τους.
Δίχως περιστροφές η ελληνοκυπριακή ηγεσία αντιμετωπίζει το Κυπριακό, ως μία εξωτική υπόθεση. Ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας θεωρεί πως με τα πολλά λόγια, τα οποία όμως στερούνται πρακτικού αντικρίσματος, μπορεί να επιτευχθεί η επανένωση. Η έλλειψη από τη μεριά του, στρατηγικής επίλυσης είναι πρόδηλη. Αρκεί να θυμηθούμε ότι, ακόμη και στη διάρκεια της εξάμηνης Προεδρίας της Κύπρου στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, η ηγεσία της απέφυγε όπως ο διάβολος το λιβάνι να αναπτύξει την παραμικρή πρωτοβουλία για το Κυπριακό. Στις βουλευτικές δε εκλογές που πραγματοποιήθηκαν πριν δύο μήνες στο νησί, το Κυπριακό έλαμψε δια της απουσίας του. Το ίδιο συμβαίνει και τώρα, όπου ένα αποστραγγισμένο κομματικό σύστημα καταγίνεται με τις προεδρικές εκλογές του 2028.
Επιπροσθέτως την ίδια στιγμή, η κυπριακή ηγεσία έχει υιοθετήσει την αντίληψη, ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου, συνάπτοντας προνομιακή σχέση με το Ισραήλ. Αναμενόμενο είναι να δημιουργείται η αίσθηση, ότι επιχειρείται η περικύκλωση και ο εκτοπισμός της Τουρκίας από τη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, με αναπόφευκτο αποτέλεσμα να οξύνονται οι αντιθέσεις, περιπλέκοντας περαιτέρω την υπόθεση της επανένωσης.
Όπως πολύ εύστοχα υποστηρίζει ο Κύπριος βετεράνος αγωνιστής Τάκης Χατζηδημητρίου, «Η λύση του Κυπριακού προϋποθέτει διαύλους επικοινωνίας με τους Τουρκοκυπρίους και την Τουρκία, σεβασμό των ανησυχιών, στρατηγική ειρήνης και όχι στρατιωτικές συμμαχίες όπως αυτές με το Ισραήλ»
Αναμφίβολα το μόνο θετικό στοιχείο της επίσκεψης του Γκουτέρες στην Κύπρο, είναι ότι επανάφερε μια παγωμένη διένεξη, το Κυπριακό, στην επικαιρότητα. Επικεντρώνοντας τις σχετικές συζητήσεις στη παραμελημένη ανάγκη για μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης (ΜΟΕ) ανάμεσα στις δύο κοινότητες, για το ενδεχόμενο πενταμερούς συνάντησης, αφού προηγουμένως έχουν γίνει οι απαραίτητες προετοιμασίες σε συνδυασμό βέβαια με την μεθοδολογία και την ουσία του κυπριακού προβλήματος. Διαφορετικά το Κυπριακό θα το ροκανίζει διαρκώς ο χρόνος.
Πάντως οι ατέρμονες συνομιλίες ενέχουν τον κίνδυνο το Κυπριακό να περάσει στη σφαίρα της μεταφυσικής, επιβεβαιώνοντάς την εκτίμηση του πρώην ειδικού απεσταλμένου του ΟΗΕ Έσπεν Άιντεν, περί νεκρής διαδικασίας. Η δυσανεξία στον πραγματισμό, η άρνηση του ρεαλισμού, οι εθνοκεντρικοί εγωισμοί, οι εθνικιστικές φαντασιώσεις καθώς και οι ανάρμοστες στρατιωτικές συμμαχίες καθιστούν την εξεύρεση συμφωνίας για την επανένωση της Κύπρου μια εξαιρετικά δύσκολη, σύνθετη και απαιτητική πολιτική άσκηση.
Κάτι που φέρνει στη σκέψη μου, τη φράση του Νίκου Καζαντζάκη, «Ότι δεν συνέβη ποτέ, είναι ότι δεν ποθήσαμε αρκετά»