Διαδρομή

Κρήτη, υπαρξιακή κοιτίδα…

Ο Γιώργος Πανταγιάς γεννήθηκε στις 27 Οκτωβρίου 1958 στο Ρέθυμνο Κρήτης. Μεγάλωσε στα Χάρκια ένα μικρό χωριό δίπλα στο ιστορικό Αρκάδι. Από το 1965 έως το 2008 έζησε στον Κορυδαλλό. Σήμερα κατοικεί μόνιμα στην Παλαιά Φώκαια Αναβύσσου. Είναι παντρεμένος με τη Μαρία Ζιώζιου και έχουν δύο γιους.

Το επώνυμό του αποτελεί ανασύνθεση της ευχής ‘πάντα γεια’. Από ‘κει -υποψιάζεται- αντλεί την αισιόδοξη θέαση της ζωής και τη βιοθεωρία του. Κατάγεται από την οικογένεια Βρανάδων των Σφακίων. Ο προπάππους του αναγκάστηκε να φύγει από τον τόπο του, λόγω μιας πολύκροτης βεντέτας. Για να εξαφανίσει τα ίχνη του βρέθηκε στους πρόποδες του Ψηλορείτη. Έτσι απέφυγε να είναι ακόμη ένα θύμα μιας αιματοβαμμένης ιστορίας. Καθώς ήταν γερό ποτήρι, οι συγχωριανοί του έδωσαν το όνομα Πανταγιάς, από την ευχή που συνήθιζε να λέει ‘πάντα γεια’, και το υιοθέτησε.

Προέρχεται από γονείς αγρότες κι είναι ιδιαίτερα υπερήφανος για την κρητική του καταγωγή. Ίσως από αυτή να καθορίζεται και το ασυμβίβαστο -ελαφρώς «κουζουλό», όπως θα έλεγαν και στην ιδιαίτερη πατρίδα του- στοιχείο της προσωπικότητάς του.

Oι δεσμοί του με τη Μεγαλόνησο παραμένουν ακατάλυτοι. Οι μνήμες, τα χρώματα, οι μουσικές και το άρωμα του τόπου, τού δίνουν ενέργεια, όπως υποστηρίζει. Ύμνο στον τόπο που γεννήθηκε και μεγάλωσε θεωρεί τους στίχους του τραγουδιού του Νίκου Καζαντζάκη, το οποίο μελοποίησε ο Μάνος Χατζιδάκις και ερμήνευσε ο Λάκης Παππάς «Όμορφη που ‘ναι η Κρήτη».

Όταν θέλει να γεμίσει τις μπαταρίες του καταφεύγει στην Κρήτη. Στους βιωματικούς του τόπους, στο Ρέθυμνο, στα Χάρκια, όπου γεννήθηκε, και στον Μέρωνα, το χωριό της μάνας του. Αλλά και σε όλους εκείνους που με τη δράση, την προσφορά, το έργο τους, επιβεβαίωσαν ότι αποτελεί μεγάλη ευθύνη να είσαι Κρητικός: Στον Ελευθέριο Βενιζέλο και στον Νίκο Καζαντζάκη. Δύο εμβληματικές προσωπικότητες που σημάδεψαν όχι μόνο το νησί τους, αλλά και την Ελλάδα. Χωρίς βέβαια να ξεχνά τον μεγάλο Δομίνικο Θεοτοκόπουλο.

Αναζητώντας τα ίχνη του δυτικόστροφου, νεωτερικού προσανατολισμού της χώρας, προσδίδει μεγάλη αξία στον κρητικάρχη Βενιζέλο. Μεγαλώνοντας, άλλωστε, σε «βενιζελικό χωριό» θυμάται ότι σε κάθε σπίτι υπήρχαν κάδρα με τη φωτογραφία του μεγάλου ηγέτη – του εξωστρεφή, του κοσμοπολίτη, του διορατικού, του χαρισματικού. Του ηγέτη που, όπως έγραψε η Πηνελόπη Δέλτα, «στο πλατύ του πέταγμα δεν μπορέσαμε να τον ακολουθήσουμε. Ήταν πάρα πολύ μεγάλος για μας…». Επίσης στους δύσκολους και θολούς καιρούς που διανύουμε, θεωρεί επίκαιρο το έργο του ανυπότακτου κρητικού Νίκου Καζαντζάκη. Συχνά επικαλείται τις φράσεις του «Φτάσε όπου δεν μπορείς. Ανέβα στον ανήφορο. Κάνε το αδύνατο δυνατό».

Εξαιτίας δε των πολιτικών του δραστηριοτήτων είχε αναπτύξει ξεχωριστούς δεσμούς με δύο κορυφαίες φυσιογνωμίες της Κρήτης που διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην ελληνική Αριστερά: τον Ηρακλειώτη Λεωνίδα Κύρκο και τον Χανιώτη Αντώνη Μπριλλάκη.

Όσο για τον συμπατριώτη του Κωνσταντίνο Μητσοτάκη -αν και προβάλλει ενστάσεις για την βραχύβια πρωθυπουργία του- ποτέ δεν έκρυψε ότι εκτιμούσε την πολιτική του αξία.

Στον νεότερο Κυριάκο επενδύει περισσότερο, υποστηρίζοντας ότι η μεταρρυθμιστική του ατζέντα βρίσκεται σε αρμονία με τις σύγχρονες ανάγκες και απαιτήσεις του τόπου. Ωστόσο, δεν παύει να θεωρεί ότι η πράξη είναι το μοναδικό κριτήριο της αλήθειας. Οι επιδόσεις, η αποτελεσματικότητα και η συνέπεια λόγων και έργων θα κρίνει -όπως υποστηρίζει- την πρωθυπουργική του θητεία.

Η σχέση των Κρητικών με την πολιτική ήταν πάντα φορτισμένη. Ξεχωριστό γεγονός που επικαλείται ο Γιώργος Πανταγιάς είναι ότι η πρώτη και μοναδική μαζική αντίδραση εναντίον των συνταγματαρχών ανήμερα της 21ης Απριλίου του ’67 ήταν η συγκέντρωση στην Πλατεία Ελευθερίας του Ηρακλείου.

Οι δρόμοι της πολιτικής τον οδηγούσαν πάντα στη μουσική της Κρήτης – σύγχρονη και παραδοσιακή. Αλλά και στους μεγάλους συνθέτες και τραγουδοποιούς του νησιού. Ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ο Χρήστος Λεοντής, ο Νίκος Μαμαγκάκης, μαζί με τον Μάνο Χατζιδάκι τον σημάδεψαν, μιας και η εφηβεία του συνέπεσε με την πολιτιστική έκρηξη της Μεταπολίτευσης.

Βιώνοντας από τα παιδικά του χρόνια την κρητική μουσική, μεγάλωσε με τις μαντινάδες, τα ριζίτικα, τα μοιρολόγια, ακόμη και τα ταμπαχανιώτικα. Ο άνθρωπος που τον επηρέασε σημαντικά είναι ο συγχωριανός του από τα Χάρκια, ο Διαμαντοστελής. Ο αυτοδίδακτος αυτός λυράρης υπήρξε για αρκετές δεκαετίες η μουσική ψυχή του χωριού του. Δεν ήταν λίγοι οι Ρεθεμνιώτες που έτρεχαν να τον απολαύσουν στις γιορτές και στα πανηγύρια.

Ακούγοντάς τον ο Γιώργος Πανταγιάς αγάπησε τη μουσική του τόπου του. Ο Ανδρέας Ροδινός, ο Θανάσης Σκορδαλός, ο Κώστας Μουντάκης, ο Στέλιος Φουσταλιέρης, ο Γιώργης Κουτσουρέλης στην αρχή, και στη συνέχεια ο Νίκος Ξυλούρης, ο Βασίλης Σκουλάς, ο Ψαραντώνης, ο Γιάννης Χαρούλης και οι Χαϊνήδες ήταν και παραμένουν τα αγαπημένα του ακούσματα.

Κάθε φορά δε που συναντιέται με τους Κρήτες στον Πειραιά έχει την ίδια αίσθηση. Πως γυρίζει στον τόπο που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Ότι βρίσκεται με τους δικούς του ανθρώπους. Με εκείνους που τον δένει η κοινή «προίκα» τους.

Όπως πιστεύει και λέει, οι Κρητικοί ξέρουν καλά από ένστικτο, αλλά και από τη δύναμη που τους δίνει η ιστορία, η παράδοση, και η κουλτούρα τους να μετατρέπουν τη μνήμη σε μοχλό προόδου και ανάπτυξης. Να μένουν Κρητικοί, αλλά ταυτόχρονα και κοσμοπολίτες. Και πάντα να είναι δυναμικοί, εξωστρεφείς, φιλόξενοι. Και κυρίως βαθιά δημοκρατικοί και πρεσβευτές των αξιών της δημοκρατίας, της κοινωνικότητας και του ανθρωπισμού.

Πάντως ο Γιώργος Πανταγιάς δεν θεωρεί το πάθος των Κρητικών για τον τόπο τους ακραίο τοπικισμό! Βέβαια, πολλές φορές αυτοσαρκαζόμενος, αναφέρει (δεν είναι απίθανο να συμφωνεί κιόλας!) τη γνωστή ανεκδοτολογική στιχομυθία μεταξύ δύο συντοπιτών του:

– Τι σημαίνει, σύντεκνε, ιμπεριαλισμός;

– Να πιστεύει κάποιος ότι υπάρχει τόπος μεγαλύτερος από την Κρήτη!

Μεταξύ Κορυδαλλού και Περάματος

Το Φθινόπωρο του 1965 φεύγει από την Κρήτη και μετακομίζει στον Κορυδαλλό. Εκεί ζούσε με τη μητέρα του, Μαρία, και τις τρεις αδελφές του, ενώ ο πατέρας του, Νικολής, εργαζόταν ως μπατσιμάνης, φύλακας παροπλισμένων καραβιών, στο Πέραμα.

Μένοντας κοντά του αρκετές μέρες απέκτησε ξεχωριστή σχέση με τη θάλασσα. Οι περιπολίες που έκανε τα βράδια μαζί του με λάντζα στα αραγμένα πλοία έχουν χαραχτεί στη μνήμη του.

Πολύ αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 2003, σε μια εκδήλωση που έγινε προς τιμήν του στη Γερμανική Σκάλα ανέφερε χαρακτηριστικά πως για τον ίδιο «το Πέραμα δεν είναι πέρασμα, είναι η κόκκινη κλωστή που ενώνει τους ανθρώπους του μόχθου, της σκληρής δουλειάς, του καθημερινού αγώνα για το μεροκάματο».

Μένοντας ορφανός από νωρίς, από τα μαθητικά του χρόνια, ο Γιώργος Πανταγιάς αναγκάστηκε να καλύψει το κενό που άφησε στην οικογένειά του ο θάνατος του πατέρα του. Το πρωί σχολείο και αμέσως μετά έως αργά το βράδυ δουλειά. Στην αρχή γκαρσόνι και στη συνέχεια εργατοτεχνίτης σε εργοστάσια και βιοτεχνίες. Μαζί με τη μητέρα του, εργάστηκαν σκληρά για να τα φέρουν βόλτα.

Θεωρεί τα χρόνια αυτά τα πολυτιμότερα της ζωής του. Τον ωρίμασαν πρόωρα, κατακτώντας την απαραίτητη αυτοσυνειδησία. Ο πατέρας του τού ‘μαθε τι σημαίνει αυθεντικός Κρητικός. Η μάνα του τού δίδαξε τη σκληρή δουλειά για την επιβίωση. Μάλιστα δηλώνει υπερήφανος για το ήθος, την αξιοπρέπεια και την εργατικότητά της. Μεγαλώνοντας μόνη τέσσερα παιδιά, έδειξε την απαράμιλλη δύναμη που έκρυβε μέσα της ως γυναίκα.

Βιωματικοί χώροι

Κρήτη και Πειραιάς, Κορυδαλλός και Πέραμα είναι οι βιωματικοί χώροι του Γιώργου Πανταγιά. Γι’ αυτό συνηθίζει να λέει πως είναι Κρητικός του Πειραιά. Θέλει να πιστεύει πως το ‘αγύριστο κεφάλι’ του Κρητικού και η ‘μπέσα’ του Πειραιώτη μένουν ζωντανά μέσα του.

Μάλιστα συχνά επικαλείται τον ‘ανυπότακτο Κρητικό’, όπως χαρακτηρίζει τον Νίκο Καζαντζάκη, και τη φράση του: «Να αναγνωρίζεις τα όρια της εποχής σου και μέσα σ’ αυτά ακατάπαυστα να δουλεύεις».

Όπως υποστηρίζει: «Ο Πειραιάς δεν είναι μόνο ‘τόπος’, αλλά και ‘ματιά’. Αντίληψη ζωής. Είναι το ‘λιμάνι’ όχι με την έννοια του ‘αγκυροβόλιου’, αλλά το ορμητήριο, η αρχή του ταξιδιού. Είναι ο κοσμοπολιτισμός, αλλά και η λαϊκότητα των γειτονιών του. Ο Πειραιάς είναι τα ξεχασμένα βιομηχανικά κτίρια που χάσκουν σαν ξόανα, θυμίζοντάς μας την ταινία ‘Συνοικία το Όνειρο’.

Είναι το ρεμπέτικο, ο Βαμβακάρης και ο Παπαϊωάννου. Είναι ο Λαμπράκης, ο Μίκης, η Μελίνα, ο Τσαρούχης, ο Βολανάκης, o Βεάκης, ο Κατράκης, ο Πλωρίτης. Εμβληματικές μορφές, προσωπικότητες διεθνούς κλίμακας και βεληνεκούς.

Είναι ο Ολυμπιακός. Ο Ολυμπιακός των μαουνιέρηδων, του προλεταριάτου και των πληβείων, των ντόμπρων και μπεσαλήδων, των φωνακλάδων και συναισθηματικών».

Θυμάται πως στη γειτονιά του Κορυδαλλού όπου μεγάλωσε, τρανζίστορ με μπαταρία είχε μόνο ο περιπτεράς και «η ‘μαρίδα’ ή καλύτερα τα ‘γαυράκια’ της Πλατείας μαζευόμαστε γύρω του κάθε Κυριακή απόγευμα για ν’ ακούσουμε τις συναρπαστικές ποδοσφαιρικές αναμεταδόσεις. Τηλεόραση ευτυχώς δεν υπήρχε και η φαντασία μας κάλπαζε σαν τον Αριστείδη Παπάζογλου που πέρναγε έναν, δύο, τρεις, πέντε αντιπάλους, πριν χάσει το σίγουρο γκολ! Ο Ολυμπιακός εκείνος ήταν το ‘συλλογικό μας εγώ’. Η ταυτότητά μας».

Σπουδές και εργασία

Τον Φεβρουάριο του 1977 αναγκάζεται, καθώς πεθαίνει ο πατέρας του, να αφήσει το ημερήσιο Γυμνάσιο και να γραφτεί -για έναν χρόνο- στο Νυχτερινό Κοκκινιάς, ώστε να συνεισφέρει οικονομικά στην οικογένειά του. Αποφοίτησε από το εξατάξιο Γυμνάσιο Κορυδαλλού.

Την ίδια χρονιά γράφεται στη Σχολή Δοξιάδη για να παρακολουθήσει Ελεύθερο Σχέδιο, ενώ ένα χρόνο μετά στην Πάντειο. Μετά την απόλυσή του από τον στρατό φοιτά στο Δημοσιογραφικό Εργαστήριο. Η γνωριμία του με τον Λούη Δάνο και τον Αστέρη Στάγκο υπήρξε καταλυτική για τον επαγγελματικό του προσανατολισμό. Με την προτροπή των δύο ξεκίνησε να αρθρογραφεί σε αρκετές εφημερίδες και στη συνέχεια σταθερά στην Ελευθεροτυπία.

Από το 1977 έως το 1980, έκανε διάφορες δουλειές: στη Λαχαναγορά του Ρέντη, στο Γήπεδο Καραϊσκάκη, στον παλιό Ιππόδρομο, στα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά και Ελευσίνας, στο εργοστάσιο ‘Πεταλούδα’, από το οποίο απολύθηκε για συνδικαλιστική δράση. Στη συνέχεια ασχολείται με τη γραφιστική, συνεργαζόμενος με εκδοτικούς οίκους.

Το 1980 υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία στο Πεζικό, για ένα χρόνο ως προστάτης. Αρχικά, για δύο μήνες στην Καλαμάτα και στη συνέχεια στην Κω στο χωριό Αντιμάχεια. Αντί όμως για εκπαίδευση στα όπλα αποκτά ειδικότητα στην κατασκευή τσιμεντόλιθων στο Τάγμα 543!

Στο Κέντρο Εκπαίδευσης γνωρίστηκε με τον Νίκο Μπελογιάννη, γιο του μεγάλη αγωνιστή της Αριστεράς και της Έλλης Παππά. Στη διάρκεια της μικρής του θητείας ‘μάζεψε’ εξήντα μέρες φυλακή, γιατί αρνιόταν να υποταχτεί στη φιλοσοφία ‘εκεί που τελειώνει η λογική αρχίζει ο στρατός’. Τελικά δεν την εξέτισε ποτέ. Του τη διέγραψε, ερήμην του, ένας μόνιμος λοχαγός από το Ρέθυμνο, ο οποίος έκανε τη δική του αντίσταση, αφού το ΓΕΣ δεν του ενέκρινε άδεια να παντρευτεί την εκλεκτή του, καθώς θεωρούσε τον πατέρα της κομμουνιστή. Το φαιδρό της υπόθεσης ήταν πως ο πατέρας της δεν υπήρξε ποτέ οργανωμένος στο ΚΚΕ, ή σε άλλη κομμουνιστική οργάνωση. Απλώς διατέλεσε πρώτος γραμματέας της Νομαρχιακής Επιτροπής του ΠΑΣΟΚ στην Ημαθία.

Ο Γιώργος Πανταγιάς ανακάλυψε τυχαία, μια μέρα πριν από τη λήξη του δωδεκαμήνου, πως θα απολυθεί χωρίς καμία μέρα φυλακής. Μάλιστα το έμαθε από έναν φαντάρο που υπηρετούσε στο διοικητήριο κι όχι από τον ίδιο το λοχαγό, ο  οποίος λίγο μετά παραιτήθηκε από το στράτευμα μη αντέχοντας το ανελεύθερο καθεστώς που επικρατούσε τότε.

 

Από το 1982 έως το 1985 εργάζεται ως δημοσιογράφος στη Γενική Γραμματεία Τύπου, ενώ ιδρύει την εταιρεία «Αργώ» και εκδίδει την εφημερίδα Πειραϊκά Νέα. Την επόμενη χρονιά θα εκδώσει και την εφημερίδα Αλλαγή του Κορυδαλλού. Στη συνέχεια αναλαμβάνει ειδικός σύμβουλος στη Γενική Γραμματεία Λαϊκής Επιμόρφωσης, όπου αναπτύσσει πρωτοβουλίες στον χώρο της Νομαρχίας Πειραιά και ιδιαίτερα στη Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη Περάματος, διοργανώνοντας ενημερωτικά σεμινάρια για ζητήματα υγιεινής και ασφάλειας.

Πολιτική δράση

Προσπαθώντας να αντεπεξέλθει στις δυσκολίες της ζωής, «παλεύοντας με τα κύματα» -όπως λέει-, οδηγείται στην πολιτική δράση. Τρία πράγματα λειτούργησαν βιωματικά στην πολιτικοποίησή του,  αναφέρει στη συνέντευξή του στο περιοδικό Γυναίκα.

Το ένα ήταν η κατάληψη του Πολυτεχνείου. Μια ήμερα πριν από την εισβολή, την Πέμπτη, η μητέρα του τον έστειλε εκεί να βρει την αδελφή του, φοιτήτρια της Αρχιτεκτονικής. Το δεύτερο, οι πανηγυρισμοί του κόσμου για την πτώση της δικτατορίας, το ’74. Περνώντας τυχαία από την Ομόνοια και προχωρώντας με δυσκολία ανάμεσα στο πλήθος, καθώς όλα ήταν μπλοκαρισμένα, ξαφνιάστηκε με το πάθος του λαού. Θυμάται πως άρχισε να το ψάχνει: Τι σήμαινε για τους Έλληνες η επτάχρονη δικτατορία; Η ανάκτηση της ελευθερίας του; Έτσι σταδιακά πολιτικοποιείται και μάλιστα έντονα. Το τρίτο γεγονός σχετίζεται με μια ‘γιάφκα’ τροτσκιστών που είχε στηθεί στο Χαϊδάρι καμουφλαρισμένη σε σύλλογο νέων εργαζομένων. Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για την οργάνωση ΕΔΕ, Εργατική Διεθνιστική Ένωση. Μια από τις πιο δυναμικές τροτσκιστικές οργανώσεις, με πλούσια πολιτική δράση.

Έτσι, έζησε από κοντά τις πρώτες μεταπολιτευτικές μέρες, πηγαίνοντας καθημερινά με τα πόδια από τον Κορυδαλλό στο Χαϊδάρι για να συμμετάσχει ενεργά και με πάθος στις ατέρμονες πολιτικές συζητήσεις για τον χαρακτήρα της επανάστασης στην Ελλάδα! Θα ήταν αστικοδημοκρατική ή σοσιαλιστική; Αυτό το ερώτημα βασάνιζε τότε την Αριστερά – κομμουνιστική, τροτσκιστική, μαοϊκή.

Τα χρόνια εκείνα, συνηθίζει έως και να καυχιέται «η πολιτική στράτευση αποτελούσε μέσο προσωπικής χειραφέτησης και αυτοσυνειδησίας. Η πολιτική είχε χρώμα, πάθος, ευαισθησία, έμπνευση. Δεν ήταν πράξη ιδιωφέλειας, ούτε υπαγορευόταν από προσωπικές –ενσυνείδητες τουλάχιστον- φιλοδοξίες ή ματαιοδοξίες. Δεν ήταν συνώνυμη της ίντριγκας, των μηχανισμών και του παρασκηνίου, ούτε ταυτόσημη των φλας, των κοσμικών και του star system.  Δεν διακρινόταν από τις ανθρωποφαγίες και την αποστέωση, χαρακτηριστικά των σημερινών κομματικών σχημάτων».

Τις αλλαγές που προκάλεσε η μεταπολιτευτική περίοδος στην πολιτική και κοινωνική ζωή και συμπεριφορά ιδιαίτερα της νέας γενιάς αποτυπώνει στο πρόσφατο βιβλίο της Και βέβαια αλλάζει! Αφήγημα για τη Μεταπολίτευση η Αγγέλα Καστρινάκη. Διαβάζοντας το θυμήθηκε πόσο συγκλονιστική ήταν η συγκεκριμένη εποχή των ιδεών και οραμάτων, όπου συνυπήρχαν ο λογισμός και το όνειρο. Οι νέοι κατάφεραν να τραβήξουν την κουρτίνα και να δουν πίσω απ’ αυτήν την πραγματική ζωή. Βίωσαν την έκρηξη στη μουσική, στην τέχνη και στα γράμματα. Έγιναν φανατικοί βιβλιοφάγοι, θεατρόφιλοι και σινεφίλ.

Τα θέατρα, τα βιβλιοπωλεία, τα σινεμά ήταν τόποι συνάντησης. Έγιναν στέκια, μιας γενιάς που γαλουχήθηκε με την Τριλογία του Στρατή Τσίρκα, Το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου, το Διπλό Βιβλίο του Δ. Χατζή, τον Μπιντέ του Μάριου Χάκκα, την Κάθοδο των Εννέα του Θανάση Βαλτινού, αλλά και με την ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη, του Μιχάλη Κατσαρού, του Τάσου Λειβαδίτη και του Μίλτου Σαχτούρη, όπως και του Γιάννη Ρίτσου και του Οδυσσέα Ελύτη. Μιας γενιάς που αναζητούσε τη δική της αλήθεια στα έργα του Μαρκούζε του Σαρτρ, του Νίτσε, του Φρόιντ, του Ράιχ, του Αντόρνο, που ρουφούσε τα έργα του Μπρεχτ. Μιας γενιάς που αδημονούσε να ζήσει τη μυσταγωγία του Υπογείου του Θεάτρου Τέχνης και τη μαγεία του θερινού της Ιουλιανού.

Οι ουρές στα εκδοτήρια των θεάτρων και των σινεμά έμοιαζαν με μικρές διαδηλώσεις ανθρώπων που ήθελαν να σπάσουν το κέλυφος του μικροαστισμού, βλέποντας τις Νταντάδες του Σκούρτη, το Σόι του Αρμένη, το Δάφνες και Πικροδάφνες του Κεχαϊδη, τον Θίασο και το Μέρες του ’36 του Αγγελόπουλου, το Μέχρι το πλοίο και την Ευδοκία του Δαμιανού, το Προξενιό της Άννας και το Happy Day του Βούλγαρη, το Μελόδραμα και τους Τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας του Παναγιωτόπουλου, τον Δράκο του Κούνδουρου, τη Συνοικία το Όνειρο του Αλεξανδράκη. Ανθρώπων που δεν έχαναν ταινία του Μπέργκμαν, του Τριφώ, του Φελίνι, του Αντονιόνι των αδελφών Ταβιάνι.

Ο Γιώργος Πανταγιάς θυμάται επίσης όλες τις μεγάλες πολιτιστικές εκδηλώσεις της εποχής. Στην εκδήλωση με τη Μελίνα, τον Ξυλούρη, τον Μαρκόπουλο και τον Ξαρχάκο, που έγινε στο γήπεδο του Παναθηναϊκού, γύρισε μαζί με την παρέα του με τα πόδια στον Κορυδαλλό γιατί δεν είχαν χρήματα για ταξί. Η συναυλία του Θεοδωράκη σε δύο συνεχόμενες μέρες στο Καραϊσκάκη, μάλιστα, στάθηκε η αφορμή να δει τον εαυτό του γκρο πλαν στην οθόνη του σινεμά. Ο Νίκος Κούνδουρος είχε συμπεριλάβει μερικά στιγμιότυπα των συναυλιών εκείνων στην ταινία του Τα Τραγούδια της Φωτιάς.

Αξέχαστη ωστόσο θα του μείνει η εκδήλωση της ΕΔΑ Πειραιά, με ομιλητή τον Ηλία Ηλιού που έκλεινε με συναυλία του Θεοδωράκη, η οποία έγινε στην πλατεία Κοραή. Εκεί γνώρισε τον Μίκη και έκτοτε τον παρακολουθούσε στενά, αποκτώντας όλο το έργο του, βιβλία και δίσκους, και θαυμάζοντάς τον απεριόριστα.

Νόμπελ Ειρήνης για τον Μίκη Θεοδωράκη

Το φθινόπωρο του 1999, ο Γιώργος Πανταγιάς μαζί με τον συγγραφέα Γιώργο Σκούρτη, τον τότε βουλευτή του ΠΑΣΟΚ Γιώργο Λιάνη, τον πανεπιστημιακό Βασίλη Βουτσάκη αναλαμβάνουν την πρωτοβουλία να υποστηρίξουν υποψηφιότητα του Μίκη Θεοδωράκη για το Νόμπελ Ειρήνης 2000.

Η πρωτοβουλία βρίσκει μεγάλη ανταπόκριση στον πολιτικό κόσμο, στους αρχηγούς όλων των κομμάτων, καθώς και στους ανθρώπους της τέχνης, των γραμμάτων και του πολιτισμού.

Την υποψηφιότητα υπογράφουν μεταξύ άλλων ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης, ο συγγραφέας Αντώνης Σαμαράκης, ο σκηνοθέτης Ζιλ Ντασέν, ο ποιητής Μάνος Ελευθερίου, καθώς και οι τότε υπουργοί Ευάγγελος Βενιζέλος, Κώστας Λαλιώτης, Ελισάβετ Παπαζώη κ.ά.

Η επίσημη παρουσίαση της γίνεται στην Παλαιά Βουλή και ο Γ. Πανταγιάς στην ομιλία του θα τονίσει: «Η μουσική του Μίκη, υπήρξε πηγή φωτός σε άνυδρους και σκοτεινούς καιρούς. Η ζωή του ήταν και είναι μια συνεχής επιβεβαίωση της κυριολεξίας του ανθρώπου: άνω θρώσκω», ενώ το 2000 σε επιστολή του προς τον μουσικοσυνθέτη αναφέρει πως «μπορεί η συγκυρία να του στέρησε το Νόμπελ Ειρήνης, όμως ο χρόνος και η ιστορία του έχουν δώσει το βραβείο του ‘Αριστείου Ανθρώπου’».

Με την οργή της νιότης

Οι ιδεολογικές αναζητήσεις της φορτισμένης μεταπολιτευτικής περιόδου υπήρξαν εξαιρετικά έντονες. Η πανσπερμία οργανώσεων δεν ήταν τυχαία. Η έκρηξη της υπερπολιτικοποίησης έδειχνε ότι ένα σημαντικό τμήμα της νέας γενιάς ακολουθούσε τον δρόμο της αυτοσυνειδησίας. Συμμετείχε ενεργά στην ιδεολογικοπολιτική διαπάλη. Προβληματιζόταν και ψαχνόταν.

Ο Γιώργος Πανταγιάς, έπειτα από το πέρασμά του από τον χώρο του τροτσκισμού, στρέφει το ενδιαφέρον του στον Μαοϊσμό. Η αντίθεσή του με το σοβιετικό καθεστώς τον έφερε πιο κοντά στο ΕΚΚΕ (Επαναστατικό Κομμουνιστικό Κίνημα Ελλάδας). Σύντομα θα αναλάβει υπεύθυνος της μαθητικής του οργάνωσης, ΑΑΜΠΕ Πειραιά.

Σε ηλικία δεκαοκτώ χρόνων θεωρείται “συνήθης ύποπτος” για ‘τρομοκρατικές ενέργειες’ και δέχεται στο σπίτι του επίσκεψη του εισαγγελέα, συνοδεία τεσσάρων αστυνομικών, με εντολή έρευνας για κατοχή εκρηκτικών μηχανισμών. Την υπόθεση αυτή την αντιμετώπισε με χιούμορ, δείχνοντας στους απρόσκλητους επισκέπτες τα παιδικά νεροπίστολα των ξαδελφών του. Ωστόσο, εκείνοι αντί να ψάχνουν εκρηκτικά τού κατέβασαν όλη τη βιβλιοθήκη. Ήταν η πρώτη φορά που ήρθε αντιμέτωπος με τη σκληρότητα, τον αυταρχισμό και τη μισαλλοδοξία της κρατικής εξουσίας.

Ο άνθρωπος που τον σημάδεψε εκείνη την εποχή και πάντα μιλάει γι’ αυτόν ήταν ο Δήμητρης Κουμάνταρος. Μυαλό κοφτερό, πνεύμα ανήσυχο, παρουσία αξιοπρεπής, σπάνιος άνθρωπος. Μάλιστα στα χρόνια του Μαξίμου θυμάται ότι και ο Κώστας Σημίτης του είχε επανειλημμένως αναφέρει πως παρακολουθούσε με ενδιαφέρον την αρθρογραφία του Κουμάνταρου, γιατί έσπαγε τα στερεότυπα της μανιχαϊστικής Αριστεράς.

 

Αριστερισμός και πολιτικός ρεαλισμός

Ο αριστερισμός γνώρισε ισχυρή αναλαμπή στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Όμως η κυριαρχία στη συνέχεια του πολιτικού ρεαλισμού δημιούργησε συνθήκες ασφυξίας για τις οργανώσεις των αριστεριστών. Εξ ου και σταδιακά συρρικνώθηκαν.

Την άνοιξη του 1978 το ΕΚΚΕ διασπάται. Μια μεγάλη ομάδα μελών και στελεχών του αποχωρεί. Μεταξύ αυτών και το ηγετικό στέλεχος Πέτρος Στάγκος. Ο ακτιβισμός του αριστερισμού αποδεικνύεται αδιέξοδος.

Ο Γιώργος Πανταγιάς αναζητώντας νέα πολιτική έκφραση γύριζε σελίδα, αφήνοντας πίσω του την επαναστατική επαγγελία της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς. Πολύ αργότερα θα έγραφε«Ο πολιτικός ρεαλισμός και ο μύθος συνδέονται διαλεκτικά. Όποιος μανιχαϊστικά υπερβάλλει τον πρώτο ή τον δεύτερο, οδηγείται αναπόφευκτα στην πολιτική τύφλωση. Ο  ρεαλισμός μπορεί να παραπέμπει στον ορθολογισμό, αλλά δεν σημαίνει υποταγή στα πράγματα και προσαρμογή στα υπάρχοντα, ούτε συνεπάγεται ακύρωση των οραμάτων. Ρεαλιστής δεν είναι αυτός που αποδέχεται παθητικά τη ‘λογική των πραγμάτων’, αλλά εκείνος που γνωρίζει τους κανόνες αλλαγής τους, επιδιώκοντας τη διεύρυνση των ορίων του πιθανού».

Αναζητώντας νέους πολιτικούς δρόμους στρέφει την προσοχή του στο ΠΑΣΟΚ. Άλλωστε, ο ριζοσπαστικός λόγος του Ανδρέα βρίσκει ανταπόκριση και στις διεργασίες που αναπτύσσονται στην εξωκοινοβουλευτική Αριστερά. Έτσι ένα τμήμα της προκρίνει την ένταξη στο νεότοκο σοσιαλιστικό Κίνημα, θεωρώντας ότι θα μπορούσε να αμφισβητήσει το παλαιοκομματικό κατεστημένο της Δεξιάς και της Ένωσης Κέντρου. Μάλιστα, ορισμένοι ιντριγκάρονταν με τη θεωρία του εισοδισμού του Τρότσκι.

Στο ΠΑΣΟΚ εντάσσεται το 1978, πιστεύοντας στην ανάγκη της αλλαγής και γοητευμένος από τον ριζοσπάστη και αντικομφορμιστή Ανδρέα Παπανδρέου. Κάτι που έλειπε -όπως παρατηρούσε- από στελέχη του προερχόμενα από την Ένωση Κέντρου. Πάντως από όταν πρωτομπήκε θυμάται μια φράση που του είπε ένας παλαιός ΕΔΑϊτης, ο Γιώργος Γιωτόπουλος: «Εμείς, φίλε, μπήκαμε στη πολιτική μαγκάκια. Πρέπει να μείνουμε και μάγκες». Μια φράση πειραιώτικη από έναν εμβληματικό αγωνιστή, με πολύχρονες εξορίες που είχε σακατευτεί από τη μετεμφυλιακή Δεξιά και τα βασανιστήρια της Χούντας και πέθανε εντελώς μόνος σε μια καλύβα στο Καπανδρίτι.

Θεωρούσε τον Ανδρέα Παπανδρέου έναν χαρισματικό ηγέτη, μεγάλου πολιτικού, πνευματικού και διανοητικού διαμετρήματος. Ήταν, όπως έγραφε, «ένας ‘Προμηθέας’ που έφερε την πολιτική από τον ‘Όλυμπο μιας ελίτ’ στις καρδιές των ταπεινών Ελλήνων». Ταυτόχρονα συνήθιζε να διακρίνει τον ‘Παπανδρέου’ από τον ‘Ανδρέα’: «’Παπανδρέου’ σημαίνει ιστορικός ηγέτης, ευφυής πολιτικός, ικανός θεωρητικός, διαχρονική φυσιογνωμία. Αντίθετα, ο ‘Ανδρέας’ ενσάρκωνε ένα εμπειρικό πρόσωπο με ταμπεραμέντο, πάθη, λάθη, αδυναμίες. Προτιμώ τον πρώτο, κατανοώ τον δεύτερο, απεχθάνομαι όσους είναι προσκολλημένοι σ’ αυτή τη δεύτερή του διάσταση ή εικόνα».

Γενικότερα, ο Γιώργος Πανταγιάς πιστεύει πως το ΠΑΣΟΚ επέφερε μεγάλη τομή στη μεταπολεμική Ελλάδα, καθώς εξέφραζε με τρόπο αυθεντικό τις αγωνίες και τις προσδοκίες διαφορετικών γενεών που επί δεκαετίες δεν είχαν στον ήλιο μοίρα. «Η αλλαγή του ’81 ισοδυναμούσε με ειρηνική επανάσταση», συνηθίζει να λέει.

Την εποχή εκείνη, πάντως, με άρθρα του στην κομματική Εξόρμηση υποστηρίζει με πάθος την ανάγκη να αποκτήσει η Αλλαγή ουσιαστική υπόσταση για να βγει η Ελλάδα από την οικονομική, κοινωνική και πολιτική υστέρηση. Οι απόψεις του τον έφεραν στον Τομέα Διαφώτισης όπου έμεινε από το 1983 έως το 1995. Αναλαμβάνοντας παράλληλα υπεύθυνος Διαφώτισης της ΝΕ Β’ Πειραιά συγκρούεται με τους συντρόφους του και διαγράφεται για έξι μήνες. Αιτία διαγραφής: «Ανάρμοστη συμπεριφορά». Θυμάται ακόμη την επωδό: «Αριστεριστές δεν έχουν θέση εδώ»!

Επιστρέφοντας αναλαμβάνει, επειτα από απόφαση του εκδότη Γιάννη Παπαδάτου, διευθυντής σύνταξης στην πολιτική επιθεώρηση Σοσιαλιστική Θεωρία και Πράξη, όπου ήδη αρθρογραφούσε τακτικά. Τα κείμενά του θεωρούνταν αιρετικά για την πασοκική ορθοδοξία, καθώς αναφέρονταν στα ‘νέα κοινωνικά κινήματα και στην ‘Ευρωπαϊκή Αριστερά’. Κατά τη συνεργασία του με το περιοδικό, ωστόσο, διαφήμιζε τα βιβλία του Κώστα Σημίτη, δυσαρεστώντας έτσι τους παροικούντες τη Χαριλάου Τρικούπη. «Μα είναι το μοναδικό στέλεχος που γράφει βιβλία», απάντησε σε μία από τις οχλήσεις που δέχθηκε.

Ο Γιώργος Πανταγιάς θεωρούσε τη γνωριμία του με τον Κώστα Λαλιώτη «σταθμό». Γνωρίστηκαν σε μια επεισοδιακή συνέλευση του ΠΑΣΟΚ στο Πέραμα, στην οποία οι παλαιοκομματικοί συγκρούονταν με τους Νεολαίους, καθώς τους εγκαλούσαν να εγκαταλείψουν τις διακηρύξεις περί σοσιαλισμού. Μετά τη συνάντηση αυτή ο Κώστας Λαλιώτης τον κάλεσε να συμμετάσχει στον Τομέα Διαφώτισης.

Λίγα χρόνια αργότερα με αφορμή την υποψηφιότητα του για τη θέση του Γραμματέα του κόμματος το 1991, θα δήλωνε: «Το συγκριτικό πλεονέκτημα του Κώστα Λαλιώτη είναι ότι συνδυάζει την ποίηση και τον διαφορικό λογισμό, την ευαισθησία με τη μαθηματική σκέψη και τον στοχασμό».

Η συνάντηση με τον Κώστα Σημίτη

Η συνάντηση ωστόσο που θα καθόριζε την πολιτική και επαγγελματική του ζωή ήταν εκείνη με τον Κώστα Σημίτη. Γνωρίστηκαν λίγο πριν από τις εκλογές του 1985, όπου τον κάλεσε στο σπίτι του στον Κορυδαλλό για να μιλήσει σε συνάντηση πολιτικών του φίλων.

Εκείνο που του έκανε εντύπωση από την πρώτη γνωριμία τους ήταν η ακρίβεια στην ώρα – άλλωστε η χρονική συνέπεια δεν ήταν η μεγαλύτερη αρετή των πασόκων. Τότε μάλιστα είχε ερμηνεύσει τη συμπεριφορά του ως ακραία σχολαστικότητα και εμμονή. Με τα χρόνια -όπως λέει- κατάλαβε ότι ήταν κάτι πιο ουσιαστικό και είχε να κάνει με τον σεβασμό του πρώην πρωθυπουργού προς τους άλλους.

Έξι μήνες μετά τις εκλογές του ’85, το ΠΑΣΟΚ κέρδισε με ποσοστό 45,82%, και ο Κώστας Σημίτης ως υπουργός Εθνικής Οικονομίας εφαρμόζει το πρώτο πρόγραμμα για τον δραστικό περιορισμό των μακροοικονομικών ανισορροπιών. Μολονότι το λεγόμενο ‘σταθεροποιητικό πρόγραμμα’ είχε ανάψει φωτιές στο κόμμα, αρθρογραφεί υπέρ του.

Μάλιστα μετά την παραίτησή του από το υπουργείο, τον Νοέμβριο του 1987, εξαιτίας του ‘Τσοβόλα δώς τα όλα’ παίρνει την πρωτοβουλία να διοργανώσει κομματική εκδήλωση με κεντρικό ομιλητή τον Κώστα Σημίτη στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας. Για την πρωτοβουλία του αυτή καταγγέλλεται από τη Νομαρχιακή Επιτροπή του ΠΑΣΟΚ Β’ Πειραιά με το επιχείρημα ότι η εκδήλωση δεν είχε την κομματική έγκριση και νομιμοποίηση.

Πάντως, ο Γιώργος Πανταγιάς αρκετά χρόνια μετά είχε πει σε συνέντευξή του και συνεχίζει να το πιστεύει πως ο Κώστας Σημίτης δημιούργησε μια νέα Πολιτική Ήπειρο’. Εξέφρασε τον ευρωπαϊκό δρόμο της Ελλάδας με αυθεντικό τρόπο. Μάλιστα πρόσφατα σε άρθρο του στην εφημερίδα Έθνος αναφέρει πως «βιωματικός χώρος του πρώην πρωθυπουργού είναι οι αρχές και αξίες μιας κοσμοπολίτικης Αριστεράς», υπογραμμίζοντας πως «η αποστροφή του στον εθνοκεντρισμό, στην αρχαιοπληξία και θρησκοληψία, η εναντίωσή του στον λαϊκισμό, στη μισαλλοδοξία και στα φοβικά σύνδρομα βρίσκονταν στον αντίποδα του κυρίαρχου στην Ελλάδα αναχρονιστικού πολιτικο-ιδεολογικού οπλοστασίου. Θεωρώντας τη σοσιαλδημοκρατία ‘Αριστερά του μέλλοντος’, οριοθετήθηκε εγκαίρως έναντι των ιδεοληπτικών αριστερών εμμονών, αλλά και των συντηρητικών, πατριδοκάπηλων και λαϊκίστικων απόψεων της Κεντροαριστεράς». Καταλήγει δε λέγοντας πως «είναι ο κατεξοχήν ευρωπαϊστής και αυθεντικός σοσιαλδημοκράτης πολιτικός της χώρας. Υπήρξε πάντα φορέας νέων ιδεών».

Στις εκλογές του 1989 συμμετέχει ενεργά στον τιτάνιο προεκλογικό αγώνα του Κώστα Σημίτη, ο οποίος δεχόταν χυδαίες επιθέσεις από τους αυριανιστές. Την ίδια χρονιά εργάζεται στον Τομέα Ενημέρωσης της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΠΑΣΟΚ στη Βουλή. Παράλληλα ξεκινά τη συνεργασία του με το περιοδικό Ένα. Μία από τις πρώτες συνεντεύξεις του είναι εκείνη που παίρνει από τον Κώστα Σημίτη. Ο πρώην πρωθυπουργός τότε είχε κάνει λόγο για παρακμή, στρέφοντας τα πυρά του εναντίον της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ.

Οι συνεντεύξεις του με τα πρόσωπα της επικαιρότητας προκαλούν πολιτικά γεγονότα. Χαρακτηριστική ήταν η αντίδραση της Μαρίας Δαμανάκη, η οποία αστειευόμενη πρότεινε να του δοθεί το βραβείο του Ιδρύματος Μπότση, καθώς επιδιώκει –όπως είπε- να διαλύσει τον Συνασπισμό (ενιαίος τότε), του οποίου ηγείτο.

Τον Ιανουάριο του 1990 ορίζεται αναπληρωτής γραμματέας του Τομέα Ενημέρωσης και Επικοινωνίας του ΠΑΣΟΚ και αναλαμβάνει τη διεύθυνση σύνταξης του περιοδικού Επικοινωνία, όπου θα παραμείνει έως και το 1995.

Με την ιδιότητά του αυτή συμμετέχει μαζί με την αντιπροσωπεία των στελεχών του Κόμματος στο Συνέδριο που διοργάνωσε το SPD στη Βόννη σε συνεργασία με το μορφωτικό Ίδρυμα Φρίντριχ Έμπερτ με θέμα: Ο ρόλος της Ελλάδας στα Βαλκάνια. Κεντρικός εισηγητής ήταν ο Κώστας Σημίτης, ενώ συμμετείχαν οι Γιώργος Γεννηματάς, Κάρολος Παπούλιας, Γεράσιμος Αρσένης Μιχάλης Χρυσοχοϊδης κ.ά.

Στο μεταξύ ο Κώστας Σημίτης παίρνει το χαρτοφυλάκιο του υπουργείου Βιομηχανίας και Εμπορίου (1993) και ο Γιώργος Πανταγιάς εργάζεται δίπλα του. Θα τον ακολουθήσει δε και στο πολιτικό του γραφείο στην οδό Ακαδημίας, μετά την πολύκροτη παραίτησή του, αναλαμβάνοντας τα θέματα του Τύπου. Την εποχή εκείνη ανοίγει ανεπίσημα και το ζήτημα της διαδοχής του Ανδρέα, καθώς η υγεία του επιδεινώνεται. Το βλέμμα αρκετών βουλευτών και στελεχών του ΠΑΣΟΚ, αλλά και της κοινής γνώμης στρέφεται στον Κώστα Σημίτη, θεωρώντας τον φυσικό διάδοχο. Ο ίδιος αν και αποφεύγει να εκδηλώσει το ενδιαφέρον του ανεβάζει ταχύτητες, περιοδεύοντας σε όλη την Ελλάδα. Ο Τύπος παρακολουθεί από κοντά τις δραστηριότητές του. Είναι η περίοδος που ο Γιώργος Πανταγιάς θα συμβάλει στη δημιουργία μιας νέας σχέσης του πρώην πρωθυπουργού με τα Μέσα. Αποκορύφωμα ήταν η συνέντευξή του στο NITRO που απάντησε σε προσωπικές ερωτήσεις, καταρρίπτοντας τον μύθο του ψυχρού και απόμακρου τεχνοκράτη.

Ο τρόπος που διαχειρίστηκε ο Γιώργος Πανταγιάς τις διαταραγμένες σχέσεις του Σημίτη με τον Ανδρέα και το ΠΑΣΟΚ, τον στοχοποίησε. Ο τότε Επίτροπος της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση Χρήστος Παπουτσής ζητά σε συνεδρίαση του Εκτελεστικού Γραφείου την απόλυσή του. Τον θεωρούσε υπεύθυνο για τα δυσμενή δημοσιεύματα που γράφονται εις βάρος του σε μερίδα του Τύπου, με αφορμή την περιπετειώδη ιδιωτικοποίηση των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά, για την οποία ο πρώην πρωθυπουργός δεχόταν ενστάσεις από το περιβάλλον της Εκάλης.

Αλλά και οι Πειραιώτες σύντροφοί του δεν τον αντιμετώπισαν με καλύτερη διάθεση, όταν συνόδευσε τον Κώστα Σημίτη στο Κατράκειο για να παρακολουθήσει παράσταση του Θεάτρου Τέχνης την ημέρα της παραίτησής του από το υπουργείο Βιομηχανίας. Με ανακοίνωσή της η Νομαρχιακή Β’ Πειραιά τον περιλούζει, ζητώντας από τον πρώην πρωθυπουργό να μην κάνει κοσμικές εξόδους στις λαϊκές πειραιώτικες γειτονιές.

Την περίοδο αυτή εμφανίζεται στο προσκήνιο και η επονομαζόμενη ‘Κίνηση των Τεσσάρων’: Η συμπόρευση του Κώστα Σημίτη, με τον Παρασκευά Αυγερινό, τον Θεόδωρο Πάγκαλο και τη Βάσω Παπανδρέου. Καθώς ο Σημίτης τίθεται επικεφαλής, ο Γιώργος Πανταγιάς αναλαμβάνει να συντάξει μια μακροσκελή πολιτική πλατφόρμα με τίτλο: ‘Να τολμήσουμε την αναγέννηση του ΠΑΣΟΚ. Η δύναμη ενός παλιρροϊκού κύματος’, η οποία έθετε ευθέως το ζήτημα της μετεξέλιξης του σε ευρωπαϊκό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα.

Η πλατφόρμα τυπώνεται σε φυλλάδιο το οποίο διανέμεται στη συνδιάσκεψη του ΠΑΣΟΚ που έγινε στο Κλειστό Γήπεδο Περιστερίου, το φθινόπωρο του 1995. Οι θεματοφύλακες της Χαριλάου Τρικούπη θεωρούν ότι η ενέργεια υπονομεύει τη συνοχή του κόμματος.

Ο Κώστας Σημίτης στην ομιλία του υποστηρίζει πως οι ‘Τέσσερις’ δεν είναι εσωκομματικός μηχανισμός, αλλά ρεύμα σκέψης και η πλατφόρμα τους επιδιώκει να συμβάλλει στην αναγέννηση του ΠΑΣΟΚ. Ήταν η γνωστή συνδιάσκεψη κατά την οποία ο πρώην πρωθυπουργός στρεφόμενος προς τον Ανδρέα Παπανδρέου υποστήριξε πως τα μέλη του Εκτελεστικού Γραφείου δεν είναι υπάλληλοί του, ηλεκτρίζοντας το Γήπεδο.

Εκσυγχρονιστική επαγγελία και ΟΠΕΚ

Ένα νέο πεδίο δράσης για τον Γιώργο Πανταγιά ήταν η ίδρυση του Ομίλου Προβληματισμού για τον Εκσυγχρονισμό της Κοινωνίας (ΟΠΕΚ) από τον Κώστα Σημίτη τον Φεβρουάριο του ’91. Μάλιστα, εκλεγόταν μέλος του Δ.Σ., μέχρι και το 2004. Την ιδρυτική διακήρυξη του ΟΠΕΚ υπογράφουν μεταξύ άλλων ο Δημήτρης Παπούλιας, ο Νίκος Θέμελης, ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης, ο Γιάννης Βούλγαρης, ο Νίκος Γκαργκάνας, ο Νικηφόρος Διαμαντούρος, ο Γιάννης Σπράος.

Ο Όμιλος μπαίνει αμέσως στο μάτι του βαθέος ΠΑΣΟΚ που τον θεώρησε πολιορκητικό κριό του Σημίτη. Η Αυριανή με πρωτοσέλιδο πηχυαίο τίτλο γράφει ‘Κόμμα ίδρυσε ο Σημίτης’ για να συστεγάσει τους φίλα προσκείμενους σ’ αυτόν πασόκους καθώς και τα ρετάλια της Αριστεράς. Ο Παντελής Οικονόμου μάλιστα τον χαρακτήρισε «εκτροφείο παραγόντων», για να λάβει από τον Γιώργο Πανταγιά την απάντηση πως το “παραγοντιλίκι” είναι κυρίως κομματική αρρώστια.

Πάντως οι παρεμβάσεις και οι δραστηριότητες του Ομίλου ταράζουν τα λιμνάζοντα ύδατα της πολιτικής ζωής. Τα ζητήματα που θέτει σε δημόσιο διάλογο με τη συμμετοχή, πολιτικών, πανεπιστημιακών και τεχνοκρατών πυροδοτούν ευρύτερες δημόσιες συζητήσεις.

ΟΠΕΚ Πειραιά

Τον Νοέμβριο του ’96 ο Γιώργος Πανταγιάς αναλαμβάνει την πρωτοβουλία να συγκροτήσει το Παράρτημα του ΟΠΕΚ στον Πειραιά, του οποίου εκλέγεται συνεχώς πρόεδρος έως το 2004.

Οι δημόσιες συζητήσεις του ΟΠΕΚ Πειραιά βρίσκουν απήχηση στην πειραιώτικη κοινωνία. Ασχολήθηκε με θέματα όπως ήταν η κρίση της πολιτικής και των κομμάτων, ο νέος συνασπισμός εξουσίας, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, οι σχέσεις κράτους και Εκκλησίας, και βεβαίως το εγχείρημα του εκσυγχρονισμού.

Μάλιστα για τον εκσυγχρονισμό ο Γιώργος Πανταγιάς συνήθιζε να λέει πως «αντιπροσωπεύει ένα είδος ιδεολογικού και πολιτικού τζόκινγκ». Τον θεωρούσε «κινούσα ιδέα –αντίστοιχη με εκείνη της ‘αλλαγής’- για την ανατροπή ενός μπλοκαρισμένου και αφυδατωμένου πολιτικού συστήματος. Ενός συστήματος που στρογγυλοκάθισε στα έτοιμα, και αρκείται να ζει με την πολιτική πρόσοδο των κινημάτων της Μεταπολίτευσης και την προστιθέμενη αξία που προσφέρει στην Ελλάδα η εξουσία.

Ο εκσυγχρονισμός αρνείται και αντιμάχεται τον συντηρητισμό, που δεν είναι απλά μια αντίληψη ή παράταξη, αλλά μια βαθιά ριζωμένη ιδεολογία την οποία μοιράζονται εξ αδιαιρέτου Δεξιά και Αριστερά. Αποτελεί ουσιαστική ανάγκη του κοινωνικού και πολιτικού συστήματος, και είναι συνώνυμος με την ανανέωση, τη μεταρρύθμιση και την αλλαγή».

Πρωθυπουργία Σημίτη

Στις 18 Ιανουαρίου 1996 ο Κώστας Σημίτης εκλέγεται πρωθυπουργός και ο Γιώργος Πανταγιάς, αναλαμβάνει υπεύθυνος του Γραφείου Τύπου και σύμβουλος σε θέματα επικοινωνίας.

Για τις αρμοδιότητές του συνήθιζε να λέει πως «είναι κάτι σαν τον ιμάντα μεταξύ δύο εξουσιών, της πολιτικής και του Τύπου». Κινούμενος μέσα σ’ αυτό που συμβατικά αποκαλούμε ‘εξουσία’, έθεσε ως προσωπικό στοίχημα να αντιστέκεται στη διαβρωτική της δύναμη. Απομυθοποιώντας πολλούς ρόλους, πρόσωπα και θεσμούς, κατάφερε –πιστεύει- να κρατήσει την ιδανική απόσταση απ’ αυτή. Μάλιστα θεωρώντας την ερμαφρόδιτη «ελκυστική σαν γυναίκα και σκληρή σαν το αρσενικό» δεν δίσταζε να την προκαλέσει.

Όσο για την πολιτική, πάντα υποστηρίζει ότι «δεν αποτελεί υπόθεση των τεχνικών της εξουσίας, αλλά μια βαθιά απελευθερωτική πράξη. Η Πολιτική με Π κεφαλαίο είναι συνυφασμένη με τις ανάγκες και τις προοπτικές της κοινωνίας. Αντιθέτως αν ασκείται χωρίς αρχές και αξίες φθείρει και διαφθείρει». Ταυτόχρονα, όμως, πίστευε πως «δεν πρέπει να περιορίζεται και να εξαντλείται στα μεγάλα, τα σπουδαία, τα σημαντικά, αλλά να καταγίνεται και με τα μικρά, τα καθημερινά και τα άχαρα. Η αλλαγή των μικρών τροποποιεί μακροπρόθεσμα τις καταστάσεις και τα μεγάλα. Πρώτα απ’ όλα και πάνω απ’ όλα πρέπει να νοικοκυρέψουμε το σπίτι μας, τον τόπο που μένουμε, γιατί από εκεί θα ξεκινήσει κάθε μεγάλη προσπάθεια, κάθε νέος μύθος». Δεν είναι τυχαίο πως πολύ συχνά επικαλείται τον στίχο του W. Blake: «Μπορώ να δω τον κόσμο από έναν κόκκο άμμου και τον παράδεισο μέσ’ από ένα αγριολούλουδο»

Περιβάλλον, διαρροές και λίστες

Η παρουσία του «στα υπόγεια του Μαξίμου», όπως συνηθίζεται να λέγεται, πυροδοτεί διάφορα σχόλια περί «περιβάλλοντος», για τον ρόλο και τις παρεμβάσεις του. «Το μόνο περιβάλλον που γνωρίζω είναι το φυσικό περιβάλλον», απαντά. Όπως έλεγε, «δεν μπορεί μια ομάδα ανθρώπων με καθορισμένους θεσμικούς ρόλους, καθήκοντα και υποχρεώσεις να καταλογίζεται ως ‘περιβάλλον’, ή ‘παρέα’», ενώ αποκαλεί ‘σχέση μαθητείας’ τη σχέση του με τον πρωθυπουργό.

Σύντομα γίνεται στόχος από μερίδα του Τύπου που τον εγκαλεί για διαρροές, και για υπέρμετρο ζήλο και υποβολή των απόψεων του πρωθυπουργού. Μάλιστα του αποδίδονται οι χαρακτηρισμοί «υπόγειος τύπος», «άνθρωπος της ίντριγκας και του παρασκηνίου», αλλά και «εξαπτέρυγος». Αντιμετωπίζει στωικά τις επικρίσεις, χωρίς να τον απασχολούν «η μικροπολιτική οι ‘κύκλοι’ οι ‘διαρρέοντες’ και οι ‘διαρροές’, καθώς η ζωή και η πολιτική είναι κυρίως ‘Αλλού», όπως χαρακτηριστικά υπογραμμίζει, σε συνέντευξή του στο περιοδικό Money and Life Χαριτολογώντας μάλιστα σημείωνε πως πάντα είχε καλή σχέση με τα υπόγεια, καθώς ζούσε σε υπόγειο διαμέρισμα και λατρεύει το ‘Υπόγειο’ του Ντοστογιέφσκι, ενώ θεωρούσε τις υπόγειες διαδρομές της κοινωνίας και της ιστορίας απείρως πιο ενδιαφέρουσες από τις χαζοχαρούμενες κινήσεις των κεντρικών σκηνών.

Όμως οι επιθέσεις συνεχίζονται με τις δήθεν «λίστες» που διαχωρίζουν τους δημοσιογράφους του πολιτικού ρεπορτάζ σε φιλικούς και εχθρικούς προς τη νέα διακυβέρνηση. Τις χαρακτηρίζει χυδαίες και βρώμικες και τις αποδίδει πρωτίστως σε ενδοπασοκικές σκοπιμότητες, που θέλουν να πλήξουν τον πρωθυπουργό, ενώ χαρακτηρίζει τον εαυτό του «αλεξικέραυνο». «Δεν είμαι εδώ για να ασχολούμαι με τα μικροπολιτικά παιχνίδια και τις εσωτερικές έριδες που για κάποιους είναι τρόπος ζωής, αλλά για να στηρίξω το εκσυγχρονιστικό εγχείρημα που ενσαρκώνει και εκπροσωπεί ο Κώστας Σημίτης» απαντά.

Η αλήθεια είναι πως ο Γιώργος Πανταγιάς υπερασπιζόταν πάντα με πάθος τις επιλογές και τη στρατηγική του πρώην πρωθυπουργού καθώς και την κυβερνητική γραμμή, εκφράζοντας με σθένος τις απόψεις, χωρίς να υπολογίζει το κόστος για τον ίδιο, αλλά και τις τριβές που ενδέχεται να επέφεραν.

Εθνικισμός και γνήσιος πατριωτισμός

Στην πρώτη μεγάλη κρίση της κυβέρνησης, τα Ίμια, σχολιάζοντας το «ευχαριστώ στους Αμερικανούς», του Σημίτη το οποίο ξεσήκωσε από τα έδρανα όλους τους εθνικοκάπηλους (δεξιούς, αριστερούς, κεντρώους) και ακόμη τον κατατρέχει, τόνιζε σε άρθρο του πως «με σκιαμαχίες που εκπορεύονται από το παρελθόν, η Ελλάδα δεν πρόκειται να ξεπεράσει την πολιτική της υστέρηση», για να καταλήξει με τη φράση: «Είμαστε όλοι Αμερικανοί».

Τον Φεβρουάριο του 1999 με την υπόθεση Οτσαλάν, δέχεται τα πυρά ενός σκληρού εθνικιστικού λόμπι, που αντιμετώπιζε τον Κούρδο ηγέτη ως εθνικό ήρωα που τον πρόδωσε η Ελλάδα. Μάλιστα το Δίκτυο 21 τον στοχοποιεί εγκαλώντας τον για έλλειψη πατριωτικής συνείδησης. Απαντά με άρθρο στην Ελευθεροτυπία, κάνοντας λόγο για δύο αντιλήψεις περί πατριωτισμού: «τον φετιχιστικό πατριωτισμό, τον μη εκκοσμικευμένο που είναι εγκλωβισμένος στο παρελθόν και τον πατριωτισμό της ουσίας και των πράξεων».

Θεωρεί την παρέμβαση του Μίκη Θεοδωράκη καταλυτική, γιατί είχε το σθένος να πάει κόντρα σε όλους εκείνους από τον καλλιτεχνικό και πνευματικό κόσμο, που θεωρούσαν ενδοτική πολιτική την άρνηση της Ελλάδας να δεχτεί τον Οτσαλάν.

Όπως υποστηρίζει, «ο ρητορικός πατριώτης ταυτίζει την πατρίδα με τα σύμβολα, διυλίζει σημαίες, πλαστικές ταυτότητες, φετίχ και ξόανα, ενώ ανέχεται την κοινωνική, οικονομική, τεχνολογική μιζέρια της χώρας. Απέναντι στον υπερπατριωτισμό που συχνά εκτρέπεται σε ξενοφοβικά, ρατσιστικά και εθνικιστικά μονοπάτια, συνιστώντας την άλλη όψη του ραγιαδισμού, υπάρχει ο πατριωτισμός όσων από το δικό τους μετερίζι μοχθούν για μια σύγχρονη και ισχυρή Ελλάδα. Είναι ο πατριωτισμός εκείνων που αντί να κραυγάζουν και να σκιαμαχούν με το παρελθόν ή να κοκορεύονται, προτιμούν να δουλεύουν. Είναι ο πατριωτισμός αυτών που αποστρέφονται την πατριδοκαπηλία, που ατενίζουν, με αισιοδοξία και χωρίς εθνικιστικά συμπλέγματα, τον σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο κόσμο».

Ο Γιώργος Πανταγιάς απεχθανόταν τους ρητορικούς πατριώτες, καθώς θεωρούσε ότι υπάρχει ριζική διαφορά ανάμεσα στον φορμαλιστικό εθνικισμό και τον γνήσιο πατριωτισμό. «Η εθνικοφροσύνη ήταν πάντοτε “πίστη” σε ένα υπερβατικό, εξωιστορικό έθνος και ταυτόχρονη «επίθεση και μίσος» στο ιστορικό περιεχόμενό του: το λαό. Από την άλλη, ο πατριωτισμός ήταν ακριβώς το αντίθετο: πίστη και αγώνας υπέρ του λαού και σαρκασμός για τα παραπλανητικά ξόανά του», τόνιζε με έμφαση.

Γι’ αυτό και το 2000 που ο καθηγητής Γιανναράς κατηγόρησε τον Λεωνίδα Κύρκο, ως αφελληνισμένο και εχθρό της πίστης του λαού στο Θεό, πήρε το μέρος του ιστορικού στελέχους της Αριστεράς, χαρακτηρίζοντας τη δήλωσή του ηθικώς απαράδεκτη όχι μόνο για το ύφος και το περιεχόμενό της, αλλά και για την εξόφθαλμη αναντιστοιχία “προσώπου και πράγματος”, λεγομένων και υποκειμένων! Χαρακτήρισε ύβρη την προσπάθεια του «άκαπνου κυρίου καθηγητή», όπως είπε, να προσάπτει έλλειψη εθνικής συνείδησης σε κάποιον, όπως ο Λεωνίδας Κύρκος, που τον πατριωτισμό του το έδειξε με την “υπογραφή” της ζωής του κι όχι κάποιας επιφυλλίδας.

Αντίστοιχη ήταν και η αντίδρασή του κατά την προγραμματισμένη, στις 17 Νοεμβρίου 1999, επίσημη επίσκεψη του προέδρου των ΗΠΑ έπειτα από πρόσκληση του Κώστα Σημίτη. Η παρουσία του Μπιλ Κλίντον ξεσήκωσε θύελλα, λόγω των νατοϊκών βομβαρδισμών κατά της Γιουγκοσλαβίας. Μάλιστα κρίθηκε ανεπιθύμητος από τη τότε Αριστερά στο σύνολό της. Μέχρι και «λαϊκά δικαστήρια» στήθηκαν στο Σύνταγμα!

Ο Γιώργος Πανταγιάς θα υποστηρίξει ότι το σύνδρομο «Φονιάδες των λαών Αμερικάνοι» φαίνεται να έχει εμποτίσει όλους εκείνους που δεν αντιλαμβάνονται τις αλλαγές στον παγκόσμιο χάρτη. Μάλιστα με άρθρο του στην Ελευθεροτυπία τονίζει ότι «όσοι αντιτάχθηκαν στην επίσκεψη Κλίντον βρίσκονται σε μια άλλη ιστορική εποχή, αδυνατούν να κατανοήσουν το σύγχρονο κόσμο και στο όνομα των ιδεοληψιών τους αδιαφορούν για τα πραγματικά συμφέροντα της χώρας

Υπογραμμίζει δε με έμφαση «τη συνήθη, νεοελληνική σχιζοφρένεια», λέγοντας πως «πολλοί είναι αυτοί που θα ήθελαν οι ίδιοι να διαδηλώνουν τα αντιιμπεριαλιστικά τους αισθήματα και να τάσσονται με την πλευρά του ‘Καλού’ και κάποιοι άλλοι να «λερώσουν» τα χέρια τους για το συμφέρον της χώρας!»

Η σχέση του με την Κύπρο

O Γιώργος Πανταγιάς θεωρεί το τείχος της διχοτόμησης της Κύπρου ντροπή για ολόκληρο τον Ελληνισμό, αλλά και για τον δυτικό πολιτισμό.

Τα τραγικά γεγονότα του ’74 συνέπεσαν με την πρώιμη πολιτικοποίησή του. Αλλά στάθηκαν και αφορμή να στρέψει το ενδιαφέρον του στην πρόσφατη Ιστορία του νησιού.

Η τουρκική εισβολή καθώς και η εγκληματική δράση της ελληνικής χούντας είναι οι θεατές όψεις της κυπριακής τραγωδίας. Μάλιστα αυτές διαμόρφωσαν τις εθνικές αλήθειες της μιας και της άλλης κοινότητας. Tο χειρότερο, τις αποξένωσαν, καλλιεργώντας την καχυποψία, ακόμη και την αντιπαλότητα ανάμεσά τους.

Η αναμφισβήτητη αυτή αλήθεια είναι για τον Γιώργο Πανταγιά αποτέλεσμα και των τραυματικών γεγονότων που διαδραματίστηκαν στην Κύπρο τη δεκαετία του ’60. Αν και έχουν αθέατες πλευρές, οι επιπτώσεις τους ήταν εξαιρετικά σημαντικές στην ψυχολογία και στη συμπεριφορά των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων.

Το χάσμα που δημιουργήθηκε το συντηρούν δυνάμεις και από τις δύο κοινότητες. Είτε γιατί υπακούν στα κελεύσματα των εθνικών τους κέντρων. Είτε διότι υπηρετούν τις πολιτικές τους καριέρες.

Στην ανάγκη απεξάρτησης αναφέρθηκε ο Γιώργος Πανταγιάς σε άρθρο του που δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 2000, στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία με τίτλο «Το τέλος των εθνικών κέντρων»

Το άρθρο αυτό ενόχλησε τους ακραίους εθνικιστές σε Ελλάδα και Κύπρο. Μάλιστα, ο τότε αρχηγός του ΔΗΚΟ και μετέπειτα πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Τάσσος Παπαδόπουλος ζητά από τον Κώστα Σημίτη την αποπομπή του, θεωρώντας πως το άρθρο υποστηρίζει τη λύση της συνομοσπονδίας. Πάντως οι κυβερνητικοί εκπρόσωποι των δύο χωρών Δημήτρης Ρέππας και Μιχάλης Παπαπέτρου δήλωσαν ότι βρίσκεται σε αρμονία με τις θέσεις της ελληνικής και της κυπριακής κυβέρνησης.

Ο Γιώργος Πανταγιάς απάντησε πως «οι απορριπτικοί χρησιμοποίησαν το άρθρο του όχι για να χτυπήσουν τον ίδιο, αλλά για να υπονομεύσουν με όλα τα μέσα την ήδη δρομολογηθείσα διαδικασία επίλυσης της μεγάλης εθνικής εκκρεμότητας». Ήταν η περίοδος που η κυπριακή κυβέρνηση με πρόεδρο τον Γλαύκο Κληρίδη, σε αγαστή συνεργασία με τον Κώστα Σημίτη, είχαν προχωρήσει στην προπαρασκευή της πρότασης των Ηνωμένων Εθνών που στη συνέχεια πήρε σάρκα και μορφή στο Σχέδιο Ανάν.

Η σχέση ωστόσο, του Γιώργου Πανταγιά με το νησί έχει ρίζες στο παρελθόν. Τον Ιούλιο του 1995 συνόδευσε τον Κώστα Σημίτη στην εκδήλωση που διοργάνωσε το ΔΗΚΟ. Εκεί ο πρώην πρωθυπουργός στην ομιλία του παρουσίασε την πρότασή του για τον ενιαίο οικονομικό χώρο Ελλάδας-Κύπρου, η οποία βρισκόταν στον αντίποδα το ενιαίου αμυντικού δόγματος. Η παρέμβαση αυτή όπως ήταν φυσικό προκάλεσε την αντίδραση διαφόρων εθνικιστικών κύκλων, στον ελλαδικό και στον κυπριακό χώρο.

Μάλιστα κατά την επίσκεψη αυτή ο Κώστας Σημίτης σε συνεννόηση με τον Γιάννο Κρανιδιώτη και τον Γιώργο Πανταγιά έθεσαν τα θεμέλια για τη δημιουργία του ΟΠΕΚ Κύπρου. Ο Γιάννος Κρανιδιώτης δε ανέλαβε πρωταγωνιστικό ρόλο συσπειρώνοντας γύρω από τον ΟΠΕΚ ιδιαίτερα αξιόλογες δυνάμεις του νησιού που κάλυπταν ένα ευρύ πολιτικό φάσμα. Δύο χρόνια μετά, στην πρώτη δημόσια εκδήλωσή του Ομίλου, θα μιλούσαν ο αείμνηστος υπουργός Εξωτερικών, ο Γ. Πανταγιάς και ο πανεπιστημιακός Βασίλης Βουτσάκης.

Πάντως οι θέσεις που κατά καιρούς υποστήριξε ο Γιώργος Πανταγιάς υπαγορευόταν από τη βαθιά πεποίθησή του να μπει τέλος στη διαίρεση Κύπρου. Θεωρούσε το πολιτικό πρόβλημα μεγάλη εθνική εκκρεμότητα. Όπως συνηθίζει να λέει: “Η κυπριακή κοινωνία είναι χαρακτηριστική περίπτωση πολυπολιτισμικής, πολυθρησκευτικής, πολυεθνικής συνύπαρξης. Ως εκ τούτο αποτελεί πεδίο εφαρμογής μακρο-στρατηγικών, τόσο για την ειρηνική συνύπαρξη δύο κοινοτήτων που έχουν διαφορετικές καταβολές όσο και για την ανάπτυξη του νησιού”.

Η επανανένωση της Κύπρου ήταν και παραμένει το μεγάλο και ασίγαστο πάθος του, αλλά και κατά την άποψή του το μεγάλο στοίχημα για την ευημερία Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Ως προς τα ένσημα του πατριωτισμού, που κάποιοι αρέσκονται να δίνουν ή να αφαιρούν, υπογραμμίζει σε συνέντευξή του στην κυπριακή εφημερίδα Πολίτης«…χρησιμοποιούν τον πατριωτισμό ως ξόβεργα για να ενοχοποιήσουν τις διαφορετικές φωνές και απόψεις, για να στείλουν στην πυρά όποιους διαφωνούν με την πολιτική και τις θέσεις τους».

Το 2004 λίγο μετά το δημοψήφισμα για το Σχέδιο Ανάν, ο Γιώργος Πανταγιάς θα αναλάβει σύμβουλος επικοινωνίας του τότε αρχηγού του ΔΗΣΥ και νυν προέδρου της Κύπρου Νίκου Αναστασιάδη. Η παρουσία του στο νησί θα εξοργίσει τον Τάσσο Παπαδόπουλο που τον θεωρεί persona non grata.

Την ίδια περίοδο οι σκοτεινοί μηχανισμοί υποκλέπτουν την εισήγησή του προς τον Νίκο Αναστασιάδη, με την οποία του υπενθύμιζε τις επαγγελματικές σχέσεις τού τότε προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας με τον Μιλόσεβιτς. Κάπως έτσι βγήκε η εβδομαδιαία κυπριακή εφημερίδα το Ποντίκι με τον πηχυαίο τίτλο: Σχέδιο εξόντωσης του Τάσου από τον Πανταγιά».

Στην Κύπρο συνεργάστηκε και με το κόμμα που ίδρυσε ο πρώην πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Γιώργος Βασιλείου, τους Ενωμένους Δημοκράτες (ΕΔΗ). Ο προοδευτικός προσανατολισμός αλλά και η κεντροαριστερή τους σήμανση τούς καθιστούν αξιόλογη πολιτική δύναμη.

Οι θέσεις τους για το Κυπριακό βρίσκονταν στον αντίποδα του εθνικισμού και των απορριπτικών απόψεων. Εξέφραζαν με τον καλύτερο τρόπο πολιτικές για τη συνύπαρξη των δύο κοινοτήτων – της ελληνοκυπριακής και της τουρκοκυπριακής.

Με τον επικεφαλής τους, τον Μιχάλη Παπαπέτρου -πρώην κυβερνητικό εκπρόσωπο στη διακομματική κυβέρνηση του Γλαύκου Κληρίδη- ο Γιώργος Πανταγιάς διατηρούσε στενή επικοινωνία από την πρώτη περίοδο της πρωθυπουργίας Σημίτη.

Η συνεργασία τους στην Κύπρο υπήρξε γόνιμη και ουσιαστική. Κι αυτό γιατί, πέρα από την επαγγελματική σχέση, τους ένωναν οι κοινές προσεγγίσεις για την απεξάρτηση της Κύπρου από τα σύνδρομα της φοβικότητας, της μισαλλοδοξίας και των εθνικιστικών αποκλίσεων.

Επιπλέον, όλα αυτά τα χρόνια, ο Γιώργος Πανταγιάς αρθρογραφεί συχνά στην κυπριακή εφημερίδα Πολίτης. Μάλιστα, στη διάρκεια των συνομιλιών στον Κραν Μοντανά, το 2017, η αρθρογραφία του γίνεται εβδομαδιαία.

Άλλώστε, για τον ίδιο το Κυπριακό  δεν αποτελεί μόνο μια ιστορική εκκρεμότητα για τον Ελληνισμό. Είναι το πεδίο στο οποίο δοκιμάζονται δύο διαφορετικές στρατηγικές.

Η πρώτη ανατροφοδοτεί σε Κύπρο και Ελλάδα τις δυνάμεις, που με την πλειοδοσία σε εθνικιστικές θέσεις, έφτιαξαν πολιτικές καριέρες. Και ταυτόχρονα εμπότισαν την ευρύτερη κοινή γνώμη με φοβικά σύνδρομα. Η δεύτερη εδράζεται σε πολιτικές εξωστρέφειας, πιστεύοντας πως η επανένωση του νησιού θα έχει καταλυτικό ρόλο στην εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση ο Γιώργος Πανταγιάς τη θεωρεί ιστορική επιτυχία. Ήταν ένας μεγάλος πολιτικός στόχος που έγινε πράξη εξαιτίας της μεθοδικής και αποτελεσματικής προσπάθειας του Κώστα Σημίτη.

Σε αγαστή συνεργασία με τον Κύπριο πρόεδρο Γλαύκο Κληρίδη θεμελιώθηκε και υλοποιήθηκε η στρατηγική της συμμετοχής της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ευρωπαϊκή οικογένεια.

Με το κεκτημένο της Συμφωνίας του Ελσίνκι άνοιξε ο δρόμος για την πραγματοποίηση ενός άπιαστου ονείρου, δημιουργώντας ταυτόχρονα τις προϋποθέσεις επίλυσης του Κυπριακού. Όμως, ο εθνικισμός του Τάσσου Παπαδόπουλου και των συνοδοιπόρων του ακύρωσε την προοπτική αυτή.

Ζώντας από κοντά, κατά την περίοδο 1996-2004 όλες τις διεργασίες που μεσολάβησαν για να καταστεί εφικτή η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο Γιώργος Πανταγιάς γνωρίζει όλες τις θεατές και τις αθέατες πλευρές του κορυφαίου αυτού εγχειρήματος.

Επίσης γνωρίζει και τη συνδρομή και συμβολή όσων διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο για την επίτευξή του. Εξ ου και πιστεύει ότι ο αείμνηστος Γιάννος Κρανιδιώτης ήταν η ψυχή του μαζί με τον Κώστα Σημίτη και τον Γλαύκο Κληρίδη.

Ορθολογισμός και θρησκοληψία

Ο εκσυγχρονισμός της χώρας για τον Γιώργο Πανταγιά καθιστά απαραίτητη την οριοθέτηση των σχέσεων της Πολιτείας με την Εκκλησία, καθώς και την οριστική εκκοσμίκευση της κουλτούρας μας. Έτσι, το 2000 θα υπερασπιστεί σθεναρά και την επιλογή του πρωθυπουργού στη «μάχη των ταυτοτήτων», όπως συνηθίζεται να λέγεται η πολύμηνη σφοδρή αντιπαράθεση μεταξύ κυβέρνησης και Εκκλησίας αναφορικά με τη μη αναγραφή του θρησκεύματος στα δελτία αστυνομικής ταυτότητας.

«Η ταυτότητα του λαού μας, δεν είναι, δεν μπορεί να είναι ένα αστυνομικό έγγραφο, αλλά ο ιστορικά δημιουργημένος πολιτισμικός μας κώδικας θα γράψει, υπογραμμίζοντας πως «δεν έχουμε το δικαίωμα να καλλιεργήσουμε σύγχυση των ρόλων. Ανάμεσα σε κράτος και Εκκλησία». Ενώ σε όσους επικαλούνταν την πλειοψηφία του λαού, για να στηρίξουν τη γνώμη τους, απαντά: «Στη χώρα μας δεν ισχύει κάποιου είδους δημοψηφισμιακή δημοκρατία, αλλά η νόμω κρατούσα πολιτεία».

Πεποίθησή του ήταν και είναι πως θρησκοληψία και ορθολογισμός δεν πάνε μαζί. Σε άρθρο του στην εφημερίδα Ημερησία σημειώνει: «Σήμερα, κάποιοι προτείνουν «σταυρούς και εξαπτέρυγα» ή τα “ιδεολογικά μοναστήρια της ορθοδοξίας” ως το καλύτερο μέσο για να ξορκίσουμε τη νέα εποχή που έρχεται ακάθεκτη! Ή αλλιώς, προτείνουν το «κομποσκοίνι» ως απαραίτητο αξεσουάρ προστασίας από τους ιούς των Ηλεκτρονικών υπολογιστών».

Αλλά δεν μένει εκεί. Στις 14 Ιουνίου 2000 ημέρα της λαοσύναξης στη Θεσσαλονίκη με ομιλητή τον Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο, ο ΟΠΕΚ Πειραιά, διοργανώνει με πρωτοβουλία του εκδήλωση στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας με θέμα: «Ορθολογισμός και Ορθοδοξία». Ομιλητές ήταν ο Γιώργος Παπανδρέου, ο Στέφανος Μάνος, ο συγγραφέας και φιλόσοφος Στέλιος Ράμφος και ο δικηγόρος Γιώργος Στεφανάκης.

ΠΑΣΟΚ και Κεντροαριστερά

Tο ΠΑΣΟΚ υπήρξε για τον Γιώργο Πανταγιά η μεγάλη τομή της Μεταπολίτευσης. Ηταν ένα νέο πολιτικό προϊόν. Η δύναμη και η εμβέλειά του φάνηκε από την πρωτοφανή αποδοχή που είχε. Η προσφορά του αποδείχθηκε ανεκτίμητη. Άλλαξε τη χώρα. Tην ανέβασε σε πιο ψηλό βάθρο.

Η αμφισβήτηση της προσφοράς και της αξίας του τον εξοργίζει. Τη θεωρεί ανιστόρητη και εμμονική. Το ΠΑΣΟΚ ήταν για τον Γιώργο Πανταγιά ένα εργαστήρι παραγωγής και εφαρμογής προοδευτικών πολιτικών. Η πολύχρονη  παραμονή του, όμως, στην εξουσία αντιστρατεύτηκε την αθωότητά του. Στην πραγματικότητα το μετέτρεψε σε πολιτικό κατεστημένο.

Με την εκλογή του Κώστα Σημίτη υπήρξαν σημαντικά ρήγματα στη δομή και στη λειτουργία του. Το κυριότερο, άνοιξε ο δρόμος για τη μετεξέλιξή του σε σοσιαλδημοκρατικό κόμμα.

Ζώντας από κοντά τις μεγάλες ανατροπές, ο Γιώργος Πανταγιάς υπήρξε θιασώτης της ανασύνθεσης του ευρύτερου κεντροαριστερού χώρου. Άλλωστε, το πλεονέκτημα του Κώστα Σημίτη ήταν ότι σ’ αυτόν προσέβλεπαν δυνάμεις εκτός κομματικών τειχών.

Υποστηρίζοντας το αίτημα της αλλαγής του ΠΑΣΟΚ, ο Γιώργος Πανταγιάς προκάλεσε τις αντιδράσεις του κομματικού κατεστημένου. Τα βέλη που καθημερινά δεχόταν ήταν πολλά και δηλητηριώδη. Ωστόσο στο επεισοδιακό Συνέδριο του Ιουλίου του 96’, κατά το οποίο ο Κώστας Σημίτης αναδεικνύεται και πρόεδρος του κόμματος, ο Γιώργος Πανταγιάς εκλέγεται στην Κεντρική Επιτροπή.

Οι εσωκομματικοί αντίπαλοι του πρωθυπουργού και προέδρου πλέον βάλλουν επί τρεις μέρες εναντίον του, εγκαλώντας τον ότι με τις διαρροές του πυροδοτεί τη διάσπαση. Μάλιστα ο Απόστολος Κακλαμάνης ζητά την αποπομπή του, αποδίδοντας σε αυτόν τα σχόλια των δημοσιογράφων περί σκηνοθετημένης λιποθυμίας του. Στις βουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου του 1996 δέχεται νέες επικρίσεις από στελέχη του ΠΑΣΟΚ για το κεντρικό σύνθημα της προεκλογικής καμπάνιας, «Μπορούμε να ελπίζουμε ξανά». Όπως υποστήριζαν αντιστρατευόταν την προγενέστερη περίοδο του κόμματος και πρωτίστως τον Ανδρέα.

Πάντως οι επιθέσεις αυτές δεν τον πτόησαν. Αντιθέτως εκείνο που τον τρόμαξε ήταν η ελεύθερη πτώση από τον δεύτερο όροφο στο υπόγειο του χαλασμένου ασανσέρ μιας εκσυγχρονιστικής γιάφκας πίσω από το Πολυτεχνείο που είχε στηθεί κατά την προσυνεδριακή περίοδο του ’96. Ακόμη δεν μπορεί να πιστέψει πως ο ίδιος και οι άλλοι συνωμότες (Γ. Πασχαλίδης, Ν. Γκαργκάνας,) βγήκαν ζωντανοί, έπειτα από μία ώρα βέβαια, και με τη συνδρομή της Πυροσβεστικής. Την είχαν γλυτώσει μόνο με ελαφριά τραύματα από τις αναταράξεις και το σπάσιμο των γυαλιών του ανελκυστήρα. Στον Κώστα Σημίτη δε που τους περίμενε για μια σύσκεψη και τους είδε σε κακό χάλι, θεωρώντας που είχαν πλακωθεί μεταξύ τους, ο Γιώργος Πανταγιάς κάνοντας μαύρο χιούμορ του απάντησε ότι τον απάλλαξαν από τον κόπο να πάει σε τρεις κηδείες.

Γενικότερα ο πολιτικός λόγος, αλλά και η μαχητικότητα με την οποία υπερασπίζεται το εκσυγχρονιστικό εγχείρημα, ερεθίζει το βαθύ ΠΑΣΟΚ. Κάποιους τους ξενίζει η εμπιστοσύνη με την οποία τον περιβάλλει ο πρωθυπουργός. Γίνεται κόκκινο πανί. Η επίκληση της ρήσης του Γκράμσι «Ο Σημίτης συνιστά τομή στη συνέχεια του ΠΑΣΟΚ», τροφοδοτεί τη σεναριολογία ότι απώτερος στόχος των εκσυγχρονιστών είναι η δημιουργία άλλου κόμματος στον χώρο της Κεντροαριστεράς. Η θέση που υποστηρίζει με άρθρο στην Ελευθεροτυπία ότι “το ΠΑΣΟΚ χρειάζεται ρεκτιφιέ γιατί είναι κατεστημένο”, κάνοντας μάλιστα λόγο για “πολλούς και καινούργιους μηχανοδηγούς”, ξεσηκώνει θύελλα αντιδράσεων Χαρακτηριστικό ήταν πως ο Κίμων Κουλούρης είχε πει ότι «θα τρίζουν τα κόκκαλα του Ανδρέα».

Ωστόσο ο Γιώργος Πανταγιάς θα συνεχίσει να επιμένει: «Για να μείνουμε παπανδρεϊκοί πρέπει να προδώσουμε τον Ανδρέα. Μένοντας πιστοί στην κυριότερη πολιτική του παρακαταθήκη, οφείλουμε να αποκολληθούμε από τις αρνητικές του πλευρές. Στο ΠΑΣΟΚ πρέπει να χάσουμε ορισμένα περιττά κιλά που προστέθηκαν από την εικοσαετή και πλέον «καθιστική ζωή» στην εξουσία. Τμήμα του κόμματος αποτελεί πια κομμάτι του διοικητικού κατεστημένου της χώρας».

Και πολύ αργότερα το 2001 φωτιές θα ανάψει και η φράση κατά την παρουσίαση του βιβλίου της Μαρίας Δαμανάκη «Η επιστροφή της πολιτικής», αναφορικά με τα “χορτασμένα περιστέρια της Μεταπολίτευσης” που έδωσαν ό,τι είχαν να δώσουν και πήραν, ό,τι είχαν να πάρουν». Άλλωστε πάντα πίστευε πως στην κοινωνία, στα κόμματα υπάρχουν φρέσκες δυνάμεις που θα εκφράσουν τη νέα εποχή. Αντιθέτως η παράδοση που γίνεται φετίχ, στέκεται εμπόδιο για την έλευση του νέου. Το ίδιο και οι «θρησκευόμενοι», εραστές της κομματικής συνέχειας και ορθοδοξίας! Τις συγκεκριμένες απόψεις κατήγγειλαν αρκετά στελέχη σε συνεδρίαση του Ε.Γ. του ΠΑΣΟΚ υποστηρίζοντας ότι θίγει τα ιερά και τα όσια του κόμματος. Ο Κώστας Σημίτης ωστόσο υποστήριξε την αναγκαιότητα σεβασμού της ελεύθερης έκφρασης.

Στο 5ο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ, πάντως, τον Μάρτιο του 1999, που ο Κώστας Σημίτης επανεκλέγεται Πρόεδρος χωρίς αντίπαλο, ο Γιώργος Πανταγιάς βάλλεται ξανά εξαιτίας της αρθρογραφίας του και της επιμονής του στο εκσυγχρονιστικό εγχείρημα. Όπως χαρακτηριστικά τονίζει στο Έθνος “Μερικές στιγμές νομίζεις ότι τα στελέχη μιλούν για το Συνέδριο σαν να είναι υπόθεση κάποιας ομάδας Ροβινσόνων σ’ ένα απομονωμένο νησί της Καραϊβικής. Το ΠΑΣΟΚ καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο κόμμα κατόρθωσε να ανταποκριθεί στην εποχή του, να οδηγήσει την Ελλάδα στο κλείσιμο του αιώνα, στο τέλος μιας ολόκληρης εποχής. Τώρα, όμως πρέπει να εκπληρώσει ένα πιο δύσκολο καθήκον: Πρέπει να αλλάξει για να βρεθεί και πάλι στο επίκεντρο των σύγχρονων προβληματισμών, στην αιχμή των διεργασιών που θα χαράξουν τη νέα εποχή. Είναι ζωτική ανάγκη να γίνει το ασφαλές πολιτικό όχημα προς τη νέα εποχή. Ότι δεν αλλάζει πεθαίνει. Δεν μπορεί να είναι μόνο κόμμα ηρωικών βιωμάτων, κόμμα του χθες ή της απλής αντιδεξιάς συσπείρωσης. Και αυτό γιατί οι μάχες που καλούμαστε να δώσουμε, δεν είναι γι’ αυτά που έφυγαν, αλλά γι’ αυτά που έρχονται».

Ενώ με άρθρο του στην εφημερίδα Τα Νέα αναρωτιέται: «Θ’ ανεχθούμε η μόνη μας σχέση με τη νέα εποχή και την πληροφορική να ‘ναι ο καυγάς για τις δισκέτες των μελών και συνέδρων του κόμματος;». Για να προσθέσει ότι στο ΠΑΣΟΚ πρέπει ν’ αλλάξουν τα πάντα να εκσυγχρονιστεί συνειδητοποιώντας πως «η νέα εποχή τροποποιεί ριζικά τη μορφή και το περιεχόμενο της πολιτικής, όπως τη μάθαμε στα κομματικά θρανία τα τελευταία 25 χρόνια!»

Δεν θα εκλεγεί στη Κεντρική Επιτροπή «πέφτοντας θύμα ‘λιστών’», όπως χαρακτηριστικά τονίζει. Ταυτόχρονα καταγγέλλει «τις μεθοδεύσεις των αυτόκλητων προστατών του κόμματος», όπως τους αποκάλεσε, με την άκρως δηλητηριώδη δήλωση: «Χολή και όξος και εμπάθεια είναι η συνταγή εναντίον όποιων αρνούνται να υποκαταστήσουν την πολιτική με την εξουσία των μηχανισμών», για να συμπληρώσει πως «όποιος πιστεύει πως το νέο θα έρθει από τις κομματικές συναγωγές πλανάται». Ήταν η εποχή που το αποκαλούμενο «ρεύμα σκέψης των εκσυγχρονιστών» πηγαίνει κόντρα στους εκπροσώπους της κομματικής νομενκλατούρας που καλούσε τον πρώην πρωθυπουργό να εγκαταλείψει την προσπάθειά του για τη συγκρότηση σύγχρονης, ευρωπαϊκής και μεταρρυθμιστικής Κεντροαριστεράς.

Για τον Γιώργο Πανταγιά, ωστόσο, η Κεντροαριστερά δεν ήταν πολιτικό τρικ. Συνιστούσε απαίτηση της εποχής. Η προώθηση του εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος, καθιστούσε αναγκαία τη σύγκλιση των δυνάμεών της και την επικράτηση ενός πλειοψηφικού ρεύματος των δυνάμεων της εργασίας, της παραγωγής, της επιστήμης, του πολιτισμού. Επιβαλλόταν από την πολυπλοκότητα των οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων, όπως η φτώχεια, ο κοινωνικός αποκλεισμός και θα συνιστούσε την απάντηση στην κρίση του φιλελεύθερου ευρωπαϊκού μοντέλου.

Θεωρούσε ότι το Νέο Κέντρο του Σρέντερ στη Γερμανία ο Τρίτος Δρόμος του Μπλερ στη Βρετανία, η Ελιά του Πρόντι στην Ιταλία, η εκσυγχρονιστική Κεντροαριστερά του Κ. Σημίτη άνοιγαν νέα σελίδα για την ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία, αλλά και για τη διαμόρφωση ενός καινούργιου πολιτικού και ιδεολογικού τοπίου στη γηραιά ήπειρο. Για τον Γιώργο Πανταγιά η ευρωπαϊκή Κεντροαριστερά καλούνταν να βάλει τη σφραγίδα της στην οικοδόμηση της σύγχρονης Ευρώπης, της κοινωνικής Ευρώπης, της Ευρώπης των πολιτών.

Πεποίθησή του ήταν ότι η επικράτηση του Σημίτη στο ΠΑΣΟΚ ξεπερνούσε τα κομματικά σύνορα, ήταν νίκη όλου του κόσμου της Κεντροαριστεράς. Προέτασσε δε την ανάγκη συμπόρευσης και συνεργασίας τόσο με τις οργανωμένες, όσο και τις ανένταχτες δυνάμεις της. Γι’ αυτό και υποστήριζε με θέρμη όλα τα ανοίγματα που επιχειρούσε ο Κώστας Σημίτης στις δυνάμεις αυτές.

Μάλιστα με πρωτοβουλία του, ο ΟΠΕΚ Πειραιά διοργανώνει τον Ιούνιο του 1997 εκδήλωση στην οποία παρευρέθηκε και ο πρώην πρωθυπουργός με θέμα: «Κεντροαριστερά: Αναζητώντας νέα ταυτότητα» και ομιλητές τον Θεόδωρο Πάγκαλο και τον Λεωνίδα Κύρκο. Ανοίγοντας τη συζήτηση τόνισε μεταξύ άλλων πως «η ανασύνθεση του χώρου της Κεντροαριστεράς δεν θα επιτευχθεί με καταδικασμένες συνταγές και μεθόδους του παρελθόντος. Ούτε με ακατανόητες εμμονές και ιδεοληψίες ή στο ημίφως των κομματικών παρασκηνίων και διαβουλεύσεων. Η ανασύνθεση της Κεντροαριστεράς, πρέπει να ισοδυναμεί με την επανίδρυσή της, πρέπει να εξασφαλίζει μια νέα ταυτότητα, πρέπει να οδηγεί στην επαναχάραξη των χώρων και των ορίων, που κινούνται οι πολιτικές δυνάμεις. Η διαδικασία αυτή είναι σύνθετη, πολλές φορές αντιφατική και αφορά την κοινωνία, αλλά και τις ηγεσίες των κομμάτων.

Παραίτηση

Τον Φεβρουάριο του 2003 παραιτείται από υπεύθυνος Τύπου του Πρωθυπουργού. Ο ορυμαγδός των επικρίσεων που δέχεται από τα στελέχη και βουλευτές του ΠΑΣΟΚ, εξαιτίας τον πολιτικών του παρεμβάσεων, αλλά και της πρόθεσής να είναι υποψήφιος στις βουλευτικές εκλογές στην Β’ Πειραιά,  είχαν δημιουργήσει βαρύ κλίμα. Άλλοι με κομψό, άλλοι με βίαιο τρόπο –όπως ο Θεόδωρος Πάγκαλος- είχαν ζητήσει την απομάκρυνσή του.

Προηγήθηκαν οι επιθέσεις από το βήμα της Βουλής, τόσο από τον Κώστα Καραμανλή αρχηγό αξιωματικής αντιπολίτευσης τότε, όσο και από τον Νίκο Κωνσταντόπουλο, οι οποίοι εγκαλούσαν τον πρωθυπουργό να τον αποπέμψει. Ο μεν πρώτος τον κατηγορεί για τις απόψεις του στο Κυπριακό, αλλά και για εξωθεσμικές παρεμβάσεις στο κυβερνητικό έργο. Ενώ ο δεύτερος τον επικρίνει για τις πρωτοβουλίες που είχε αναλάβει για τη συγκρότηση μιας νέας Κεντροαριστεράς, γιατί όπως υποστήριζε αποσκοπούσαν στον διεμβολισμό του τότε Συνασπισμού. Το παράδοξο ήταν ότι του επιτέθηκε με ομιλία του στο Κοινοβούλιο με αφορμή τη φράση του Γιώργου Πανταγιά «η πολιτική είναι μαγκιά όταν στηρίζεται σε αρχές και αξίες», κατηγορώντας τον ότι εκχυδαΐζει τον πολιτικό λόγο!

Αποκορύφωμα, ωστόσο, υπήρξε δημοσίευμα εφημερίδας για δήθεν παρέμβασή του στο ΣΔΟΕ για φορολογική ρύθμιση υπέρ του Γιώργου Νταλάρα. Ο Γιώργος Πανταγιάς δηλώνει πως οι κατηγορίες δεν έχουν ίχνος αλήθειας. Θεωρούσε ότι πίσω απ’ αυτές κρύβονταν όσοι ήθελαν να τον πλήξουν πολιτικά και προσωπικά. Άλλωστε, όπως δήλωσε και ο γνωστός τραγουδιστής, δεν του είχε ζητήσει καμία εξυπηρέτηση. Απλώς έστειλε επιστολή προς τον Πρωθυπουργό, με την οποία τον παρακαλούσε να υιοθετήσει ένα πάγιο αίτημα της Ένωσης Τραγουδιστών ως προς τη φορολόγηση των εσόδων τους από τη συμμετοχή τους σε καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, ζητώντας μάλιστα να μην καταβάλλονται προκαταβολές.

Πάγια τακτική του πρωθυπουργικού γραφείου ήταν να διαβιβάζει όλες τις επιστολές των πολιτών που αποστέλλονταν στο Μαξίμου στους αρμόδιους υπουργούς, γενικούς γραμματείς και επικεφαλής δημοσιών υπηρεσιών και οργανισμών, προκειμένου να δίνονται από τους καθ’ ύλην αρμόδιους οι απαραίτητες απαντήσεις στους ενδιαφερόμενους. Έτσι έγινε και με την επιστολή του Γ. Νταλάρα.

Ο Γιώργος Πανταγιάς, απορρίπτοντας μετά βδελυγμίας τις όποιες κατηγορίες διατυπώθηκαν σε βάρος του, έκανε  λόγο για άθλια και αήθη επιχείρηση προσχεδιασμένης σπίλωσης και κατασυκοφάντησής του. Μάλιστα από την πρώτη στιγμή υποστήριξε ότι τα βέλη που δέχτηκε είχαν πραγματικό στόχο τον πρωθυπουργό. Αλλωστε, δεν ήταν καθόλου τυχαίο ότι την ίδια ακριβώς περίοδο οξείες επιθέσεις δέχτηκαν και άλλοι στενοί του συνεργάτες. Η αποδόμησή του εξυπηρετούσε τις ανομολόγητες επιδιώξεις όλων εκείνων που εκπροσωπούσαν ένα πολυπρόσωπο σύστημα εξουσίας το οποίο αντιμετώπιζε τον Κώστα Σημίτη ως μια παρένθεση στην πολιτική ζωή του τόπου.

Θέλοντας να προστατεύσει τον πρωθυπουργό, ο Γιώργος Πανταγιάς υπέβαλε την παραίτησή του στις 3 Φεβρουαρίου 2003 από τη θέση του εκπροσώπου Τύπου. Με την απόφασή του αυτή αφαίρεσε από τους επικριτές του το επιχείρημα ότι δήθεν εκμεταλλευόταν τη θέση του στο Μαξίμου, προκειμένου να προωθήσει τις πολιτικές του φιλοδοξίες.

Ο τόνος της επιστολής παραίτησης υπήρξε οξύς και φορτισμένος και οι αντιδράσεις των εσωκομματικών αντιπάλων αναμενόμενες. «Ήταν δήλωση γνήσια, χωρίς φτασίδια. Δεχόμουν τόσες άδικες επιθέσεις και συκοφαντίες. Ήμουν το μόνιμο αλεξικέραυνο, ώστε υπερφορτίστηκα. Η αθωότητα με έκανε συναισθηματικό», θα δηλώσει αργότερα.

Για να συμπληρώσει: «Η έξοδος μου από το Μαξίμου έγινε σε μια στιγμή ‘υψηλής θερμοκρασίας’. Προκάλεσα γιατί δεν είμαι άνθρωπος του μέσου όρου και του συγκερασμού. Υποστηρίζω με πάθος τις απόψεις μου ακόμη κι αν χρειαστεί να πάω κόντρα στο ρεύμα».

Πάντως και αρκετά αργότερα τον Μάιο του 2010, που είχε αποτραβηχτεί από την ενεργό πολιτική, μπήκε στο στόχαστρο της ΝΔ αυτή τη φορά. Ο βουλευτής της Γ. Τζαβάρας ζήτησε να κληθεί στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής που διερευνούσε το πολύκροτο σκάνδαλο της Siemens. Η αντίδρασή του με γραπτή δήλωση ήταν άμεση: «Με μεγάλη μου έκπληξη πληροφορήθηκα από τα δελτία ειδήσεων ότι το κόμμα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης ζητά να κληθώ από την Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής που διερευνά την υπόθεση της Siemens.

Θέλω κατηγορηματικά να δηλώσω ότι ουδεμία σχέση έχω με την υπόθεση αυτή. Ενδεχόμενη κλήση μου δεν έχει να βοηθήσει σε τίποτα το έργο της Επιτροπής. Αν η Νέα Δημοκρατία ενδιαφέρεται για την αλήθεια, κανένας δρόμος δε μπορεί να την οδηγήσει σε εμένα. Εκτός και αν μοναδική της επιδίωξη είναι να ενοχοποιήσει άκριτα και σκόπιμα όποιον συμμετείχε από οποιαδήποτε θέση στη διακυβέρνηση Σημίτη ή συνεργάστηκε στενά με τον πρώην Πρωθυπουργό.

Σε κάθε περίπτωση, αυτή της η επιλογή δεν οδηγεί μόνο στον άδικο διασυρμό προσώπων όπως εγώ, που καμία σχέση δεν έχουν με την υπόθεση. Κυρίως συνιστά προσπάθεια κατασυκοφάντησης μιας κυβερνητικής θητείας που με το έργο της και τη δουλειά της οδήγησε τη χώρα σε σημαντικές επιτυχίες, επιτυχίες που μας έκαναν όλους υπερήφανους »

Υποψηφιότητα Β’ Πειραιά

Η επιθυμία του να είναι υποψήφιος στις εκλογές του Μαρτίου του 2004 στη Β’ Πειραιά δεν αρέσει καθόλου στους τότε βουλευτές του κόμματος. Με επιστολή τους προς τον Κώστα Σημίτη διατυπώνουν ευθέως την διαφωνία τους, ζητώντας να μην τον συμπεριλάβει στις υποψηφιότητες. Μάλιστα τον κατηγορούν ότι αξιοποιεί τη θέση του στο Μαξίμου, για να δημιουργήσει ευνοϊκό κλίμα υπέρ του. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η επιστολή της Νομαρχιακής. Φτάνει στο σημείο δε να δηλώσει ότι σε ενδεχόμενη υποψηφιότητα Πανταγιά θα παραδώσει τα κλειδιά στη Χαριλάου Τρικούπη.

Η αλήθεια ήταν πως το θετικό κλίμα που εισέπραττε ο Γιώργος Πανταγιάς από την πειραιώτικη κοινωνία δεν άρεσε καθόλου σε εκείνους που φοβόντουσαν για την ήδη αμφίβολη επανεκλογή τους. Η επιστολή διακοσίων επωνύμων Πειραιωτών με την οποία καταδίκαζαν «τον βρώμικο πόλεμο» όπως τον αποκάλεσαν που δεχόταν και τάσσονταν υπέρ του, «αναγνωρίζοντας τις προσπάθειές του για την Β’ Πειραιά» φάνηκε να είναι η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.

Πάντως η επιστολή που θα τον συγκινήσει ιδιαίτερα ήταν εκείνη του αιωνόβιου αγωνιστή της Αριστεράς και παλιού βουλευτή της ΕΔΑ Γιάννη Παπαδημητρίου, ο οποίος ανέφερε ότι στήριζε ολόψυχα την υποψηφιότητά του και ότι τον υποστηρίζει προσωπικά επειδή με ήθος, σεβασμό και ανιδιοτέλεια βρισκόταν πάντα στο πλευρό των αγωνιστών της Αριστεράς.

Ο Γιώργος Πανταγιάς υποδέχεται τη μη επιλογή του ως υποψήφιου βουλευτή με ένα πικρόχολο σχόλιο: Όσοι μάχονταν για τον αποκλεισμό μου μπορούν τώρα να χαίρονται. Ελπίζω να κουραστούν εξίσου και για τη νίκη του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές»

Μάλιστα ευχαριστώντας τους Πειραιώτες που τον στήριξαν παρά τις μεθοδεύσεις για να αποκλειστεί, τόνισε πως το θέμα για τον ίδιο κλείνει εκεί, καθώς η επιθυμία του «προσέκρουσε στις αντιδράσεις ενός ισχυρού κομματικού κατεστημένου, δείχνοντας ότι τα περί αλλαγής και ανανέωσης το 2004 ήταν απλώς φληναφήματα». Για να καταλήξει: «Θεωρούσα πάντα πως οι δημιουργικοί και εργατικοί άνθρωποι δεν χάνονται. Βρίσκουν δυνατότητες και ευκαιρίες δράσης σε όλα τα πεδία της ζωής και της κοινωνίας, και πέραν βεβαίως της πολιτικής».

Το αποτύπωμα της περιόδου ’96-2004

Πέραν όλων αυτών ο Γιώργος Πανταγιάς θεωρεί πως η συνεργασία του με τον Κώστα Σημίτη από τη θέση του υπεύθυνου Τύπου σημάδεψε τη ζωή του. Το Μέγαρο Μαξίμου ήταν γι’ αυτόν ένα μεγάλο σχολείο. Επί περίπου επτά χρόνια εργάστηκε σκληρά, βιώνοντας συγκλονιστικές εμπειρίες. Πίστεψε ακράδαντα στο εγχείρημα του εκσυγχρονισμού και προσπάθησε να το υπηρετήσει στο πεδίο των ιδεών. Όσο για τη σχέση του με τον πρώην πρωθυπουργό, στηρίχθηκε –όπως λέει- στον σεβασμό, την εκτίμηση και την ειλικρίνεια.

Για τον Γιώργο Πανταγιά ο πρώην πρωθυπουργός ήταν ένας δάσκαλος, καθώς είχε και έχει έναν ξεχωριστό τρόπο λειτουργίας που χαρακτηρίζεται από τον ορθολογισμό, τη στοχοπροσήλωση, τη μεθοδικότητα και την επιμονή.  Οπως υπογραμμίζει, σε άρθρο του στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία την παραμονή των εκλογών του 2000 “το όνειρο του Κώστα Σημίτη για μια ισχυρή και ευημερούσα Ελλάδα μπορούμε να το κάνουμε πράξη με γνώση, συνέπεια και επιμονή”.

Εκτιμά δε πως με το πρόταγμα του εκσυγχρονισμού που ενσάρκωσε ενέταξε την Ελλάδα στον πυρήνα των οικονομικά και κοινωνικά ανεπτυγμένων χωρών. Το ανεξίτηλο αποτύπωμα της διακυβέρνησής του είναι η συμμετοχή μας στην ΟΝΕ. Κατά τη γνώμη του επρόκειτο για ένα εγχείρημα «βαθύτατα πολιτικό, καθώς η εδραίωση της ΟΝΕ ήταν μια νίκη του πολιτικού οραματισμού και βολονταρισμού σε βάρος της ευρωαλλεργίας των συντηρητικών ευρωσκεπτικιστών, της υστερίας των νεο-εθνικιστών και των δογματικών επιφυλάξεων ορισμένων ακραίων νεοφιλελεύθερων». Συγχρόνως, όμως, η ΟΝΕ για τον Γιώργο Πανταγιά δεν είναι «αυτόματος πιλότος». Κυρίως καλεί σε πολιτικές επιλογές και πρωτοβουλίες. Ειδικά για τις δυνάμεις της Κεντροαριστεράς ο μεγάλος στόχος παραμένει η διαμόρφωση της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Ένωσης, η οποία θα προσφέρει το φυσικό πολιτικό και θεσμικό πλαίσιο για τη νομισματική Ένωση.

Παράλληλα πιστεύει πως ο Κώστας Σημίτης με το κυβερνητικό του έργο άλλαξε την όψη του τόπου. Οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης, τα μεγάλα έργα υποδομής σε όλη την επικράτεια, οι διαρθρωτικές αλλαγές με κυριότερη εκείνη της θεσμοθέτησης ανεξάρτητων αρχών, καθώς και η συμμετοχή της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν τη σφραγίδα του. Από μια βαλκανική χώρα της Ευρώπης η Ελλάδα έγινε μια ευρωπαϊκή χώρα της βαλκανικής χερσονήσου. Η επικράτησή του ήταν μια ευτυχής αναλαμπή σε μια χώρα και κοινωνία που είχαν εμποτιστεί από το κυρίαρχο ρεύμα του εθνοκεντρισμού, του λαϊκισμού της κομματοκρατίας, της φοβικότητας, της συνωμοσιολογίας, ακόμη και της θρησκοληψίας.

Θεωρεί πως η κυριαρχία Σημίτη προκάλεσε γενικότερες πολιτικές αναδιατάξεις. Τα όρια της παλιάς διαίρεσης Αριστερά-Δεξιά επαναχαράχτηκαν. Αμφισβητώντας ένα βαθύ και ισχυρό συντηρητικό ρεύμα που διαπερνούσε όλα σχεδόν τα πολιτικά σχήματα συνέδεσε τον πραγματισμό και τον ορθολογισμό με την ιδεολογική επανεκκίνηση της προοδευτικής παράταξης, συνέδεσε τον κοσμοπολιτισμό και την εξωστρέφεια με τη φιλόδοξη Ελλάδα.

Παράλληλα επέφερε το πρώτο και μοναδικό ρήγμα στην κομματοκρατία, η οποία λειτουργούσε με ξεπερασμένα στερεότυπα και παρωχημένους φορμαλισμούς. Το γεγονός ότι το εγχείρημα του εκσυγχρονισμού έμεινε μετέωρο δεν απομειώνει την αξία και την αναγκαιότητα του. Οι σκιερές πλευρές της, τα υπαρκτά κρούσματα διαφθοράς, που οφείλονται στη «μικρο-φυσική της εξουσίας», σύμφωνα με τον Φουκώ, δεν μπορούν να επισκιάσουν το έργο και την προσφορά του πρώην πρωθυπουργού.

Ωστόσο, ο Γιώργος Πανταγιάς θεωρεί πως ο Κώστας Σημίτης θα έπρεπε μετά το 2004 να υπερασπιστεί με αποτελεσματικότερο τρόπο το έργο του, προβαίνοντας και σε αυτοκριτική για λάθη και παραλείψεις, και βεβαίως απαντώντας για τις κατηγορίες περί σκιερών πλευρών της διακυβέρνησής του, προερχόμενες κυρίως από τη Ν.Δ.

Πάντως ως προς το ζήτημα αυτό είχε αναφέρει σε άρθρο του που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Τα Νέα το 1999 ότι οι αόριστες κατηγορίες της ΝΔ περί διαπλοκής πηγάζουν από το γεγονός ότι η τότε αξιωματική αντιπολίτευση αδυνατούσε να αναμετρηθεί στο έδαφος των πολιτικών επιλογών της κυβέρνησης, του επιχειρησιακού της σχεδιασμού κ.λπ., και κατέφευγε στο βοηθητικό γήπεδο της παραπολιτικής.

Μάλιστα σημείωνε χαρακτηριστικά πως «Από τη Βουλή του Συντάγματος προτιμά τα πηγαδάκια της Ομονοίας! Από την ουσία, τα διαδικαστικά». Τόνιζε μάλιστα πως αυτή η «φυγή από την πολιτική θεωρήθηκε ως χτύπημα φλέβας χρυσού από αρκετούς «έγκυρους» σχολιαστές, οι οποίοι παραβλέπουν ότι «οι πολιτικοί φορείς δεν είναι ντελάληδες της πλατείας ή μιμητές της γαλαρίας αλλά εκφραστές συγκεκριμένων πολιτικών προγραμμάτων, συγκεκριμένων κοινωνικών δυνάμεων».

Για να καταλήξει λέγοντας: «Η διαφθορά δεν αντιμετωπίζεται με καμπάνιες κάθαρσης που για το μόνο που νοιάζονται είναι πώς θα φιλοτεχνήσουν το φωτοστέφανο του πονηρού εμπνευστή τους, αλλά με τη σχεδιασμένη και συντονισμένη επιχείρηση άρσης των αιτίων που τη γεννούν και την τρέφουν. Η ανάληψη οποιασδήποτε εκστρατείας κατά της διαφθοράς προϋποθέτει την αξιοπιστία αυτού που την αναλαμβάνει. Κι αυτή η αξιοπιστία, δεν είναι μια υπόθεση που την κερδίζει κάποιος με μουσουλμανικού τύπου κορώνες και κουνήματα, αλλά σιγά – σιγά με την καθημερινή του πράξη».

Μετά την αποχώρησή του από τα ανώτερα δώματα της εξουσίας ο Γιώργος Πανταγιάς διατείνεται ότι πέρασε στα πίσω θρανία. Δεν παύει ωστόσο να είναι ενεργός πολίτης παρακολουθώντας εκ του σύνεγγυς τις πολιτικές εξελίξεις και διεργασίες. Νοιάζεται και ενδιαφέρεται γι’ αυτές με διάθεση αναστοχασμού.

Αξιοποιώντας τις εμπειρίες που συνέλεξε υποστηρίζει ότι η γειτνίασή του με την εξουσία τού άφησε μια πικρή γεύση. Βλέποντας πόσο ευάλωτοι είναι ορισμένοι απέναντί της. Μάλιστα, δεν σταματά εκεί. Συχνά θυμάται τη ρήση του Αβραάμ Λίνκολν αν θέλεις να δοκιμάσεις το χαρακτήρα ενός ανθρώπου, δώσε του εξουσία.

Στο ζήτημα αυτό αποδίδει ξεχωριστή σημασία. Γνωστές είναι οι φράσεις του στην επιστολή παραίτησης «η εξουσία είναι κοκότα και έλκει επιβήτορες», καθώς και τα όσα είχε πει στη συνέντευξή του στο περιοδικό Έψιλον: δεν θα χαθώ στη μήτρα της εξουσίας.

Η Εταιρεία Polity A.E.

Τον Απρίλιο του 2004, ο Γιώργος Πανταγιάς ιδρύει την εταιρεία Polity ΑΕ- Σύμβουλοι Στρατηγικής και Επικοινωνίας.

Είναι μια περίοδος εξαιρετικά σημαντική για τον ίδιο. Καλείται, μετά την αποχώρησή του από το Μέγαρο Μαξίμου, να επιλέξει και να σχεδιάσει τη νέα επαγγελματική του δραστηριότητα στον ιδιωτικό τομέα.

Με όπλο τις γνώσεις και τις εμπειρίες του, αντιμετωπίζει ως μια μεγάλη πρόκληση την ενασχόλησή του με την Επικοινωνία.

Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός του δεν είναι μόνον οι άνθρωποι της πολιτικής, αλλά και εκείνοι της επιχειρηματικότητας, της τέχνης και των γραμμάτων, της εκπαίδευσης και του πολιτισμού.

Γνωρίζει ότι το νέο του εγχείρημα θα τον αναγκάσει να κολυμπήσει σε βαθιά νερά. Ωστόσο, δεν έχει άλλη επιλογή από το να ανταποκριθεί στις ευκαιρίες που του προσφέρονται.

Πολύ πριν συγκροτήσει την εταιρεία, διαβουλεύεται με όλους εκείνους που γνωρίζουν καλά το αντικείμενο της Επικοινωνίας. Ζητά τις απόψεις και τις συμβουλές τους, προκειμένου να προχωρήσει στην τελική του επιλογή. Οι συνομιλητές του καλύπτουν όλο το φάσμα της δημόσιας ζωής.

Επιπλέον, δεν περιορίζονται μόνο στην Ελλάδα, αλλά φτάνουν μέχρι την Κύπρο. Μάλιστα, μεταβαίνει στο νησί για να διερευνήσει τις δυνατότητες συνεργασίας του με προσωπικότητες της Κύπρου.

Επιστρέφοντας στην Αθήνα, επιτείνει τις προσπάθειές του, συστήνοντας την Polity A.E., η οποία διαθέτει παράρτημα στη Λευκωσία. Από το κέντρο της Αθήνας, στη Βασιλίσσης Σοφίας 67, ξεκινά ένας νέος επαγγελματικός κύκλος.

Η Polity A.E. παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες στρατηγικής και επικοινωνίας σε επιφανείς προσωπικότητες σε Αθήνα και Λευκωσία, όπως επίσης και σε τραπεζικά ιδρύματα, επιχειρήσεις του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, σε υπουργεία, δήμους, εκπαιδευτικούς και καλλιτεχνικούς οργανισμούς κ.λπ.

Το καλοκαίρι του 2015 μεταφέρει την έδρα της στο Κολωνάκι επί της οδού Καρνεάδου 20.

Πειραιώς Πολιτεία

Το 1998 μαζί με άλλους Πειραιώτες συστήνει την «Πειραιώς Πολιτεία». Ήταν αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία με αντικείμενο τη μελέτη, έρευνα και ανάδειξη των προβλημάτων του Πειραιά.

Μάλιστα σε συνεργασία με ειδικούς επιστήμονες πανεπιστημιακούς, πολεοδόμους, αρχιτέκτονες, οικονομολόγους κ.ά. επεξεργάστηκε και κατέθεσε μια ολοκληρωμένη πρόταση με τίτλο: «Στρατηγική οικονομικής ανάπτυξης του Πειραιά» η οποία παρουσιάστηκε σε ημερίδα με θέμα: «Πειραιάς: πόλος έλξης – τόπος προορισμού». Στην Ημερίδα συμμετείχαν όλοι οι δήμαρχοι της περιοχής, εκπρόσωποι των επαγγελματικών και κοινωνικών φορέων και του επιχειρηματικού κόσμου.

Η Πειραιώς Πολιτεία ασχολήθηκε με όλα τα μικρά και μεγάλα προβλήματα της περιοχής: ποιότητα ζωής, απασχόληση, κοινωνικός αποκλεισμός, περιβάλλον, πολιτισμός, αθλητισμός. Παράλληλα, με τις συνεχείς παρεμβάσεις, δράσεις και εκδηλώσεις της είχε συμβάλλει στην πολιτιστική αναβάθμιση του περιοχής, εκπέμποντας μηνύματα κοινωνικής ευαισθησίας και ενεργοποίησης.

Green Tank

Η πράσινη ανάπτυξη συνιστά σύνθετο και απαιτητικό εγχείρημα. Η υστέρηση της χώρας -παραγωγική, οικονομική ενεργειακή, αναπτυξιακή- το καθιστά περισσότερο επίκαιρο. Παρ’ όλα αυτά η υπάρχουσα πολιτική τάξη δεν δείχνει το απαιτούμενο ενδιαφέρον. Ακολουθεί παραδοσιακές αντιλήψεις.

Η περίπτωση των Γερμανών Πράσινων είναι ξεχωριστή. Ο Γιώργος Πανταγιάς αναφέρεται συχνά σε αυτούς, θεωρώντας τους πρωτοπόρους. Ιδιαίτερη μνεία κάνει στον επικεφαλής τους και αντικαγκελάριο της κυβέρνησης Γκέρχαρντ Σρέντερ, Γιόσκα Φίσερ.

Αναζητώντας τους πράσινους προβληματισμούς, συμμετείχε,  το φθινόπωρο του 2008, στην πρωτοβουλία ίδρυσης του Green Tank. Ήταν η πρώτη πράσινη δεξαμενή σκέψης στην Ελλάδα. Ιδρυτικά μέλη του υπήρξαν αξιόλογοι επιστήμονες και προσωπικότητες της δημόσιας ζωής.

Μέλημά της,  η ανάδειξη της πράσινης στρατηγικής. Η πρόκληση δημόσιου διαλόγου, καθώς και η προώθηση πολιτικών που υπηρετούν τη βιώσιμη ανάπτυξη. Καίρια παρέμβαση της υπήρξε η κατάρτιση του Πράσινου Φακέλου.

Μιλώντας στη συνέντευξη Τύπου κατά την παρουσίασή του στα ΜΜΕ, o Γιώργος Πανταγιάς, μεταξύ άλλων, είπε: «Η πράσινη ανάπτυξη δεν συνιστά πολιτικό και ιδεολογικό εφεύρημα. Αντίθετα, είναι το νέο στρατηγικό υπόδειγμα που θα μας επιτρέψει να ανταποκριθούμε στις ευκαιρίες και στις ανάγκες του παρόντος και του μέλλοντος. Ειδικότερα για τη χώρα μας αποτελεί τη μεγάλη πρόκληση στην οποία οφείλουμε να ανταποκριθούμε με νέες ιδέες, με σύγχρονες προσεγγίσεις, με τεκμηριωμένες προτάσεις».

Βέβαια η πρωτοβουλία αυτή είχε άδοξο τέλος καθώς προσέκρουσε στο γκρίζο πολιτικό περιβάλλον που προκάλεσε η οξεία οικονομική κρίση της χώρας. Τον Δεκέμβριο του 2011 ο Γιώργος Πανταγιάς παραιτείται από το Green Tank, πιστεύοντας ότι έχουν εκλείψει οι προϋποθέσεις παραμονής του σ’ αυτό.

Ωστόσο, για τον ίδιο η πράσινη ανάπτυξη παραμένει περισσότερο επίκαιρη σήμερα. Κι αυτό γιατί κατά τη γνώμη του το μεγάλο ζητούμενο είναι με ποιο παραγωγικό μοντέλο η Ελλάδα μπορεί να ανατοποθετηθεί στο ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον. Άλλωστε, όπως σημειώνει, «η παραγωγική Ελλάδα είναι η νέα κινούσα ιδέα, η οποία συνδέεται ευθέως και με το εγχείρημα της πράσινης, βιώσιμης ανάπτυξης».

Οικολογική Κίνηση Πολιτών Σαρωνικού-Λαυρεωτικής

Από τα νεανικά του χρόνια η Ανάβυσσος, και κυρίως η Παλαιά Φώκαια, είναι τόπος απόδρασης για τον Γιώργο Πανταγιά. Η έλξη που νιώθει τον οδηγεί συχνά εκεί. Αρχικά ως καλοκαιρινό παραθεριστή. Και στη συνέχεια ως μόνιμο κάτοικο. Άλλωστε, πιστεύει πως μακριά από την πόλη απολαμβάνεις τις χαρές της φύσης και της ζωής.

Εύλογο είναι, λοιπόν, να ενδιαφέρεται για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η συγκεκριμένη περιοχή. Με αγωνία διαπιστώνει ότι η οικιστική ανάπτυξη δεν σέβεται την προστασία του περιβάλλοντος. Και στην περίπτωση αυτή η αυθαιρεσία, η ανομία, οι καταπατήσεις, τον ωθούν το 2010, έπειτα από έντονους προβληματισμούς, να αναλάβει πρωτοβουλία για την ίδρυση της Οικολογικής Κίνησης Πολιτών Σαρωνικού-Λαυρεωτικής.

Θιασώτης της αθηναϊκής Ριβιέρας, θεωρεί την αναβάθμιση του παραλιακού μετώπου μια μεγάλη πρόκληση και μια μεγάλη ευκαιρία, προκειμένου να αλλάξει όψη ολόκληρη η Αττική.

Η πρωτοβουλία του να ιδρύσει την Οικολογική Κίνηση βρίσκει ανταπόκριση. Κι αυτό διότι τα ζητήματα του περιβάλλοντος και της ποιότητας ζωής ευαισθητοποιούν μια μεγάλη μερίδα πολιτών, οι οποίοι δεν θέλουν η περιοχή που κατοικούν και εργάζονται να πέσει θύμα μιας κακώς εννοούμενης ανάπτυξης που φτάνει στα όρια της κακοποίησης.

Κέντρο Βιώσιμης Ανάπτυξης Ρεθύμνου

Το Ρέθυμνο είναι για τον Γιώργο Πανταγιά ο βιωματικός του τόπος. Σε αυτόν γεννήθηκε και μεγάλωσε, συλλέγοντας δυνατές εμπειρίες. Η σχέση του είναι διαρκής και ανθεκτική. Το ενδιαφέρον του αμείωτο. Νοιάζεται για τα προβλήματα της περιοχής και πρωτίστως για τη σχέση της με τον χρόνο.

Πεποίθησή του είναι ότι τα συγκριτικά πλεονεκτήματα του Ρεθύμνου, το καθιστούν ανταγωνιστικό έναντι των νέων προκλήσεων και ευκαιριών. Εξ ου και πιστεύει πως έχει όλες τις προϋποθέσεις να υπηρετήσει με συνέπεια τη στρατηγική της αειφορίας. Έτσι και τον Ιανουάριο του 2010 ανέλαβε την πρωτοβουλία ίδρυσης Κέντρου Βιώσιμης Ανάπτυξης Ρεθύμνου.

Η πρωτοβουλία του αποσκοπούσε στη δημιουργία μιας ισχυρής και επαρκούς επιστημονικής υποδομής, προκειμένου να μελετηθούν όλες εκείνες οι παράμετροι που συνδέονται με τις αναπτυξιακές δυνατότητες του νομού. Όπως υποστηρίζει, το εγχείρημα αυτό συνιστά μια αυτόνομη και ανεξάρτητη ενέργεια των πολιτών του Ρεθύμνου που στόχο έχει τη στήριξη, προώθηση και υλοποίηση πολιτικών βιώσιμης ανάπτυξης στην περιοχή.

Στη συγκρότηση του Κέντρου Βιώσιμης Ανάπτυξη Ρεθύμνου συνέβαλαν και οι συζητήσεις και οι προβληματισμοί του Γιώργου Πανταγιά με άλλους Ρεθεμνιώτες ως προς την αξιοποίηση του Φράγματος των Ποταμών.

Το συγκεκριμένο έργο δρομολογήθηκε το 1996 με απόφαση του τότε πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη, ο οποίος το ανακοίνωσε κατά την επίσκεψή του εκεί. Απευθυνόμενος, μάλιστα, στο Χαρκιανό συνεργάτη του και εκπρόσωπό του επί του Τύπου, είπε: «Γιώργο, σήμερα σου κάνω το μεγαλύτερο δώρο, γνωρίζοντας ότι στον τόπο αυτό μεγάλωσες!»

Λίγα χρόνια μετά, επί πρωθυπουργίας Γιώργου Παπανδρέου, αποφασίστηκε να αξιοποιηθεί ενεργειακά το Φράγμα Ποταμών.

Ένθερμος υποστηρικτής της βιώσιμης ανάπτυξης και της περιβαλλοντικής προστασίας ο Γιώργος Πανταγάς θεωρεί το έργο του Υβριδικού Σταθμού Αμαρίου πρωτοποριακό και καινοτόμο, όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά και για την Ευρώπη.

Βιβλία και αρθρογραφία

Το 2002 εκδίδει το βιβλίο «Τα διάφανα Τείχη» από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Το βιβλίο παρουσίασε σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, στην Αθήνα, στη Στοά του Βιβλίου, στη Θεσσαλονίκη, στο Ηράκλειο, στο Ρέθυμνο, στη Μυτιλήνη και στη Λευκωσία.

Η παρουσίασή του στη Λευκωσία στάθηκε αφορμή να εγκαλείται από την εφημερίδα Το Παρόν ότι δήθεν το έξοδα της παρουσίασης πληρώθηκαν από την Ελληνική Πρεσβεία στην Κύπρο. Θεωρώντας άθλιο και άκρως συκοφαντικό το συγκεκριμένο δημοσίευμα κατέφυγε στη Δικαιοσύνη κάνοντας αγωγή κατά του εκδότη της Μάκη Κουρή. Έπειτα από επτά χρόνια ο Γιώργος Πανταγιάς δικαιώθηκε, καθώς καταρρίφθηκαν όλες οι κατηγορίες.

Την ίδια χρονιά συμμετέχει με κείμενό του στο συλλογικό έργο των Εκδόσεων Καστανιώτη που επιμελήθηκε ο Θανάσης Νιάρχος «Μόνο για άνδρες». Στο συγκεκριμένο βιβλίο φιλοξενούνται ιστορίες τριάντα οκτώ γνωστών συγγραφέων, πολιτικών και άλλων ποδοσφαιρόφιλων, εμπνευσμένες από φωτογραφίες παικτών κατά τη διάρκεια ποδοσφαιρικών αγώνων.

Ο Γιώργος Πανταγιάς, μετά την ίδρυση της εταιρείας POLITY, συνεχίζει την αρθρογραφία σε εφημερίδες και ενημερωτικές ιστοσελίδες. Μάλιστα από το 2011 έως το 2013, συνεργαζόταν με την οικονομική και πολιτική εφημερίδα Η Αξία και στη συνέχεια με τις εφημερίδες Έθνος, Τα Νέα και το Πρώτο Θέμα. Τα τελευταία χρόνια αρθρογραφεί σταθερά στη Μetarithmisi.gr στο Cretalive.gr, στο Capital.gr, στο Ifemerida.gr καθώς στην Athens Voice.

*Περιουσία μας είναι ό,τι έχουμε χάσει

Ο Γιώργος Πανταγιάς, έχοντας στις αποσκευές του την Κρήτη, όπου γεννήθηκε και έζησε τα παιδικά του χρόνια, αλλά και τον Πειραιά, όπου μεγάλωσε και ανδρώθηκε, αυτοπροσδιορίζεται ως βιωματικός άνθρωπος. Οι καταβολές και η ταυτότητα, οι γνώσεις και οι εμπειρίες, η εργασία και η προσφορά συνθέτουν την προσωπική διαδρομή του καθενός μας.

Περνώντας από την εξωκοινοβουλευτική Αριστερά στα μαθητικά του χρόνια, την εγκατέλειψε νωρίς, απορρίπτοντας τις νεκρές ιδεολογίες και τις ψευδείς συνειδήσεις. Εντάχθηκε στο ΠΑ.ΣΟ.Κ., πιστεύοντας ότι ενσάρκωνε τις ιδέες και τις αρχές της προοδευτικής παράταξης, η οποία βγήκε από τη μήτρα του βενιζελισμού.

Συνδέοντας την πολιτική με την επικοινωνία βρέθηκε στο Μέγαρο Μαξίμου, στο πλευρό του Κώστα Σημίτη. Στη συνέχεια άνοιξε έναν νέο κύκλο, παρέχοντας υπηρεσίες Στρατηγικής και Επικοινωνίας σε Ελλάδα και Κύπρο.

Με όπλα τη γνώση και την εμπειρία, συχνά επικαλείται τον στίχο του ποιητή Γιάννη Βαρβέρη «Περιουσία μας είναι ό,τι έχουμε χάσει», θέλοντας να υπενθυμίσει πως στο αποτύπωμα της ζωής προσμετρώνται όλα: οι θρίαμβοι και οι ήττες, οι κατακτήσεις και οι απώλειες και εν τέλει η πίστη και η αμφισβήτηση.

* Βαρβέρης Γ., «Πρίγκιψ και φτωχός», Στα ξένα, Κέδρος 2001.