Σκίτσο του Δημήτρη Χαντζόπουλου- Καθημερινή 30/08/26
Του Γιώργου Πανταγιά
Θέλουμε να ελπίζουμε, παρά να σκεφτόμαστε.
Ο μηχανισμός της συντήρησης που ενέχει την αυτοκαταστροφή,
έγκειται στο να μη θέλεις να αναλάβεις τη συνείδηση του εαυτού σου.
Στέλιος Ράμφος
Με το δείκτη της πολιτικής εμπιστοσύνης να βρίσκεται στα τάρταρα, το εγχώριο κομματικό σύστημα, εξακολουθεί να πολιτεύεται με ορίζοντα το βραχυπρόθεσμο ανταγωνισμό. Με γνώμονα την ανάγκη αυτοεπιβεβαίωσης, αδυνατεί να συνδέσει τη στιγμή με τη διάρκεια, τις τρέχουσες ανάγκες με ένα μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.
Φαίνεται καθαρά ότι η υπάρχουσα πολιτική τάξη, δέσμια αυταρεσκειών και μονομερειών, ανασύρει τις προσδοκίες πάνω από τη συνείδηση. Έτσι όμως παύει να λειτουργεί ως ατμομηχανή των αλλαγών, οι οποίες δεν παύουν να συνιστούν ζωτική προτεραιότητα για τη χώρα και τους πολίτες. Απεναντίας μετατρέπεται σε ένα μηχανισμό ψηφοθηρίας, καταφεύγοντας σε μια ασύστολη πλειοδοσία παροχών και υποσχέσεων.
Το βέβαιο είναι, πως η απομάγευση της πολιτικής επιτείνει περαιτέρω τα εξατομικευμένα προτάγματα. Το ατομικό εγώ υπερισχύει του συλλογικού, εξοβελίζοντας την κοινωνική συνείδηση. Ο αποχρωματισμός των ιδεολογικών διαφορών, πολτοποιεί ιδέες και οράματα. O κυνισμός αποκτά πλεονάζουσα έλξη. Οι αγοραίες αντιλήψεις κυριαρχούν. Η πολιτική χάνει τη ζωογόνο και ηθοπλαστική της αξία και θεωρείται συνώνυμο της συναλλαγής. Η απαξίωσή της έχει αρνητικές επιδράσεις στο κοινωνικό σώμα.
Εύλογο επακόλουθο, η παρατεινόμενη αμφισβήτηση να καλλιεργεί πρόσφορο έδαφος για την συντηρητική στροφή ευρύτερων τμημάτων του πληθυσμού. Τη σκληρή αυτή πραγματικότητα, έρχεται να μας δείξει η ολοένα και περισσότερο ενίσχυση των δυνάμεων της Ακροδεξιάς στην Ευρώπη. Οι συνεχιζόμενες διεργασίες δείχνουν πως η πλειονότητα των ψηφοφόρων τους, επιλέγουν τα διάφορα μορφώματα από πεποίθηση. Δεν πρόκειται για εκδήλωση της στιγμής. Αλλά υποκρύπτει ουσιαστικές πολιτισμικές μεταβολές και ανατροπές.
Ωστόσο το χειρότερο είναι, ότι η παραδοσιακή κεντροδεξιά εμφανίζεται πρόθυμη να υιοθετήσει την ακροδεξιά ρητορική, παρέχοντας νομιμοποίηση στους διάφορους εκπροσώπους της. Η περίπτωση της Ενναλακτικής για τη Γερμανία, Αfd, είναι αποκαλυπτική. Ο σεισμός στη Σαξωνία – Ανχαλντ, δεν προκλήθηκε απ’ το πουθενά και το τίποτα. Ήταν μια κορυφαία έκρηξη ενός ακραίου συντηρητικού εθνοκεντρισμού.
Άλλωστε στην Ελλάδα το ρεύμα της ακροδεξιάς, προς το παρόν τουλάχιστον, έχει περιορισμένα όρια. Ωστόσο η ασσυμετρία του κομματικού συστήματος, μετατοπίζει στο δεξιό άξονα τις εξελίξεις και αναδιατάξεις. Η ετεροβαρής σχέση όπως διαμορφώνεται, εδράζεται στη συντηρητική στασιμότητα. Επόμενο είναι, η χώρα να χάνει τη δυνατότητα να υπερβεί ένα παρασιτικό και αντιπαραγωγικό σύστημα, το οποίο την κρατά εγκλωβισμένη στην υστέρηση.
Εύκολα διαπιστώνεται ότι η υπερτροφία της πολιτικής διαμεσολάβησης, όπως την ενσαρκώνει η τωρινή κυβέρνηση, το μόνο που επιτυγχάνει είναι η αναπαραγωγή της μετριότητας και της μικρομεσαίας μιζέριας. Χειροπιαστό παράδειγμα οι ανέξοδες εξαγγελίες τους, που ακούστηκαν στη φετινή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Τα αποκαλούμενα πακέτα παροχών της ΔΕΘ, αποτυπώνουν την απόσταση των εκπροσώπων της πολιτικής τάξης από τη ζώσα πραγματικότητα. Με άλλα λόγια, είναι ο καθρέπτης μιας χώρας που μένει παγιδευμένη στα στρατηγήματα βραχυπρόθεσμων επιδιώξεων.
Αποκαλυπτικό είναι ότι τα δομικά της προβλήματα, ουσιαστικά και μεγάλα, όχι μόνο δεν βρέθηκαν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των όσων λέχθηκαν, αλλά πέρασαν αδιάφορα σαν να μην υφίστανται. Το κορυφαίο ζήτημα της χαμηλής παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, είτε αγνοήθηκε, είτε αντιμετωπίστηκε με γενικόλογες διακηρύξεις.
Το ίδιο συνέβη και με τη μεταρρυθμιστική άπνοια, την προβληματική και αναποτελεσματική δημόσια διοίκηση, το στρεβλό τραπεζικό σύστημα, την υποβάθμιση της δημόσιας υγείας και εκπαίδευσης κ.ά. Ακόμη και οι τραγικές επιδώσεις των Ελλήνων μαθητών, που συμμετείχαν στο πρόγραμμα PISA, δεν ταρακούνησαν τις ποικιλώνυμες δυνάμεις της αμεριμνησίας.
Και κάτι άλλο εξίσου σημαντικό, τα ζωτικά προβλήματα αλλά και οι μεγάλες προκλήσεις όπως οι γεωπολιτικές εξελίξεις, η κλιματική αλλαγή, η ενεργειακή κρίση, η τεχνητή νοημοσύνη, πέρασαν κάτω από τα ραντάρ των πολιτικών ηγεσιών, επιβεβαιώνοντας την εσωστρέφεια και το στενό ορίζοντα της εγχώριας πολιτικής.
Ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία και των Αμερικανοϊσραηλινών στο Ιράν, αντιμετωπίζονται ως εξωτικά γεγονότα. Μάλιστα οι όποιες κρίσεις διατυπώνονται, φιλτράρονται με γνώμονα να μη δυσαρεστηθεί το φιλορωσικό και φιλοαμερικάνικο τμήμα της κοινής γνώμης. Αποφεύγουν να θίξουν τις τεράστιες ευθύνες των Τράμπ και Πούτιν, οι οποίοι δέσμιοι των αυτοκρατορικών τους φαντασιώσεων, όχι μόνο έχουν φέρει τον κόσμο άνω- κάτω αλλά προκάλεσαν και πρωτοφανή αναστάτωση στην αγορά της ενέργειας, εκτοξεύοντας τις τιμές της στα ύψη.
Το καίριο πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής, μολονότι ναρκοθετεί τη ζωή των ανθρώπων, δεν θεωρείται ζωτική προτεραιότητα. Οι αβίωτες θερμοκρασίες, οι ανεξέλεγκτες πλημμύρες, οι πρωτοφανείς ξηρασίες, η ευαλωτότητα στις πυρκαγιές, δείχνουν με τον πιο έντονο τρόπο τη δραστική επιβάρυνση του κλίματος. Αν και τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής τις βιώνουμε πλέον στο πετσί μας, δεν φαίνεται να απασχολούν σοβαρά την πολιτική τάξη.
Αναμφισβήτητο γεγονός αποτελεί, η αναγκαιότητα κλιματικών δράσεων να είναι συνυφασμένη με την απεξάρτησή μας από τα ορυκτά καύσιμα. Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη έπειτα από τα θετικά βήματα που έκανε στην αρχή της θητείας της, ως προς την πράσινη μετάβαση αναδιπλώθηκε, δένοντας τη χώρα μας στην αυτοκρατορία του αμερικάνικου αερίου. Και στο ζήτημα της ενεργειακής πολιτικής μεταλλάχθηκε, επιτείνοντας περαιτέρω το οξύ πρόβλημα της ακρίβειας. Την ίδια στιγμή η ενεργειακή αυτονομία και ασφάλεια πάει περίπατο.
Οι κυβερνώντες δεν άργησαν να γίνουν θιασώτες του συναλλακτικοί τραμπικού βολονταρισμού, υπηρετώντας με συνέπεια τις επιδιώξεις του, αδιαφορώντας για την προστασία του περιβάλλοντος αλλά και τις επιπτώσεις του στην κλιματική αλλαγή. Από την άλλη οι αντιπολιτευόμενοι, είτε γιατί δεν θέλουν να αντιταχθούν στις αντιδράσεις μειοψηφιών που αλόγιστα υποστηρίζουν, βουνά χωρίς αιολικά, είτε διότι κάποιοι απ’ αυτούς είναι υπέρμαχοι του ρωσικού αερίου, αρνούνται να αναδείξουν ως καίρια προτεραιότητα την αδιαπραγμάτευτη στροφή στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, δίχως υστερόγραφα και μισόλογα. Πόσο μάλλον όταν αυτές διασφαλίζουν καθαρή και φθηνή ενέργεια, κάτι που συμβάλλει στην καταπολέμηση της ακρίβειας.
Την ίδια στιγμή, το πολιτικό σύστημα έχοντας το βλέμμα του στραμμένο στο μικρόκοσμό του, δεν αντιμετωπίζει με την απαιτούμενη προσοχή την πρόκληση της τεχνητής νοημοσύνης. Περί άλλων τυρβάζει, ενώ ήδη εκδηλώνονται ισχυρές επιφυλάξεις για τους κινδύνους που ελλοχεύουν, από την ανεξέλεγκτη επέλαση της. Μάλιστα σε Ευρώπη και Αμερική διατυπώνονται έντονοι προβληματισμοί και σοβαρές ενστάσεις με κοινή παραδοχή, πως αν δεν υπάρξουν οι απαραίτητες ενέργειες η τεχνητή νοημοσύνη θα υποκαταστήσει την ανθρώπινη νοημοσύνη.
Οι φωστήρες της, όπως ο Σαμ Άλτμαν, φτάνουν στο σημείο να υποστηρίζουν τη φριχτή ιδέα, ότι θα ήταν υπέροχο να είχαμε έναν πρόεδρο τεχνητής νοημοσύνης, επειδή μια τέτοια μηχανή θα μπορούσε να μετρά διαρκώς την κοινή γνώμη και να εκπληρώνει τις επιθυμίες των πολιτών. Ο εφιάλτης του λεγόμενου τεχνητού κράτους, καραδοκεί.
Επιπροσθέτως στα εξαιρετικά ευαίσθητα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής, η κυβέρνηση το μόνο που πιστώνεται είναι η επιβλαβής διαχειριστική της επιπολαιότητα και η απαίδευτη και ασύμμετρη ταύτιση της με τις αμερικάνικες και ισραηλινές επιδιώξεις. Οι αντιπολιτευόμενοι, πέρα από τον καταγγελτικό τους λόγο, αδυνατούν να αντιληφθούν πως η επίλυση των προβλημάτων με την Τουρκία προϋποθέτει δημιουργική αντίληψη, που δεν θα υποτιμά την αλήθεια των άλλων.
Ο παροξυσμός της Τουρκίας δεν αντιμετωπίζεται με πλειοδοσία του εθνικού φρονήματος και με μεγαλόστομες διακηρύξεις που στερούνται πρακτικό αντίκρισμα. Απεναντίας επιδέξια εξωτερική πολιτική είναι αυτή που θέτει εθνικούς στόχους, αντί να επικαλείται διαρκώς εθνικούς κινδύνους, όπως πολύ εύστοχα υποστήριζε ο Κώστας Σημίτης.
Μετά την αυλαία της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, εύλογα προκύπτει η διαπίστωση πως οι εγχώριες πολιτικές δυνάμεις πολιτεύονται με ορίζοντα τη συγκυρία και όχι την ιστορία. Με άλλα λόγια, στρέφουν το βλέμμα τους στις βραχυπρόθεσμες επιδιώξεις, αγνοώντας τη σημασία των μακροπρόθεσμων επιλογών. Κάτι που δεν απέχει πολύ από το ότι, πολιτεύονται εκτός πραγματικότητας.
Ως εκ τούτου η Ελλάδα, πέρα από τα πακέτα των παροχών έχει ζωτική ανάγκη την υιοθέτηση μεγάλων εθνικών στόχων, που θα της επιτρέπουν να διαχειριστεί με επάρκεια και αποτελεσματικότητα τα τρέχοντα προβλήματα, εντάσσοντας τα σε μια εμπροσθοβαρή στρατηγική. Διαφορετικά, η υστέρηση θα παραμένει βασικό της χαρακτηριστικό σε μια κοινωνία χαμηλών προσδοκιών.
Ο πολιτικός ανταγωνισμός που εξαντλείται στις αυταρέσκειες και γενναιοδωρίες των πρωταγωνιστών, δεν αντιστρατεύεται την κυβερνησιμότητα του τόπου αλλά ενέχει τον κίνδυνο της κοινωνικής αστάθειας. Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι οι άγονες αντιπαραθέσεις, πόσο μάλλον τα σύνδρομα του παρελθόντος που υποσκάπτουν τις δυνατότητες και ευκαιρίες του παρόντα και μέλλοντα χρόνου. Αρκεί βέβαια οι συμμετέχοντες στον πολιτικό στίβο να έχουν συνείδηση του εαυτού τους, συνδέοντας τη στιγμή με τη διάρκεια.