Κούφια στρατηγήματα

Σκίτσο του Δημήτρη Χατζόπουλου στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ στις 14-6-2026

Του Γιώργου Πανταγιά

Η αποστράγγιση της πολιτικής οδηγεί  σε άνυδρο περιβάλλον. Οι συνθήκες που προκαλούνται κάθε άλλο παρά γόνιμες είναι. Η υποβόσκουσα αμφισβήτησή της, στο κοινωνικό σώμα είναι υπαρκτή και έντονη. Η κρίση εμπιστοσύνης αποκτά ιδιαίτερη διάσταση. Ο υπόκωφος ήχος της αποστροφής και της απαρέσκειας, είναι κάτι παραπάνω από ισχυρός.

Η πλειονότητα των πολιτών αντιμετωπίζει το πολιτικό σύστημα με απαξία. Οι εκπρόσωποί του, εγκλωβισμένοι στο μικρόκοσμό τους, βρίσκονται σε διάσταση με την πραγματικότητα. Δέσμιοι μιας υπερχειλίζουσας ελαφρότητας, καταφεύγουν στις αχρείαστες αυταρέσκειες.  Η απομάγευσή τους, δεν τους ανησυχεί.  Ούτε τους προβληματίζει το κύμα δυσαρέσκειας και απογοήτευσης που όπως φαίνεται κατακλύζει την ευρύτερη κοινή γνώμη.

Η κρίση της πολιτικής δεν είναι στιγμιαίο γεγονός. Αλλά απόρροια της χρεωκοπίας της χώρας. Τα ρήγματα που προκάλεσε, εξακολουθούν και είναι βαθιά. Πως αλλιώς να ερμηνευτεί το ότι πάνω από το 80% των ερωτηθέντων σε διάφορες έρευνες, δηλώνουν πως δεν εμπιστεύονται πλέον τα πολιτικά κόμματα. Στα ίδια περίπου υψηλά ποσοστά κινείται και η έλλειψη εμπιστοσύνης στη δικαιοσύνη, στους κρατικούς θεσμούς, στα ΜΜΕ.  Και κάτι άλλο εξίσου σημαντικό, πάνω από το 90% του πληθυσμού πιστεύει πως η διαφθορά  είναι διαχυμένη παντού.

Μια εξαιρετικά ζοφερή εικόνα η οποία πολύ καθαρά δείχνει, πως ο δείκτης πολιτικής εμπιστοσύνης βρίσκεται στα τάρταρα. Η παρακμή του εγχώριου πολιτικού συστήματος είναι αναμφισβήτητη. Το επιβεβαιώνει με τον καλύτερο τρόπο ο κατακερματισμός του. Παλιά και νεότοκα κόμματα, μεταλλαγμένα και προσωποπαγή, κολυμπούν σε θολά νερά. Με το βλέμμα στραμμένο στις επικείμενες εκλογές, επιδίδονται σε έναν ανούσιο ανταγωνισμό πλειοδοσίας και παροχολογίας.

Και το χειρότερο απ’ όλα, οι ηγεσίες τους  προσπαθούν να πείσουν τους ψηφοφόρους,  πως στις κάλπες  οι  κομματικοί τους σχηματισμοί μπορούν να κατακτήσουν την  περιλάλητη αυτοδυναμία. Κυβερνώντες και αντιπολιτευόμενοι, είτε έχουν το σύνδρομο του ανεπίγνωστου, είτε στρουθοκαμηλίζουν, είναι έμπλεοι χαράς.

Η ΝΔ  εμφανίζει τον εαυτό της, ως ισχυρή κυβερνητική παράταξη που μπορεί να διεκδικήσει με επιτυχία την επανεκλογή της, μολονότι η απήχηση και η αποδοχή της έχουν υποστεί σημαντικά πλήγματα. Οι δημοσκοπικές της επιδώσεις κινούνται κατά μέσο όρο στο 25-28%. Ποσοστά που υποδηλώνουν μείωση και συρρίκνωση. Πόσο μάλλον συνιστούν εγγύηση για την πολυπόθητη σταθερότητα.

Ηγεσία και αξιωματούχοι της, επηρμένοι από τη γοητεία και τα θέλγητρα της εξουσίας, διακατέχονται από την αίσθηση της παντοδυναμίας. Τα αντανακλαστικά τους έχουν υποστεί ευνουχισμό. Υποτιμούν τις συνέπειες της διάψευσης των προσδοκιών. Αλλά και τη  φθορά του χρόνου. Και πρωτίστως δεν αντιλαμβάνονται το νοσηρό  κλίμα  που έχει προκληθεί από τις υποθέσεις γνωστών σκανδάλων, με πρώτα εκείνα των υποκλοπών και του ΟΠΕΚΕΠΕ, τα οποία αναπόδραστα  πλήττουν την πολιτική τους ακεραιότητα και την ηθική τους  υπόσταση.

Επιπροσθέτως οι πολιτικές και διαχειριστικές ανεπάρκειες, οι νοθευμένες πολιτικές τις οποίες ακολουθεί, η μεταρρυθμιστική άπνοια,  η αναδίπλωσή της  στη σκληρή δεξιόστροφη μήτρα της, ο εναγκαλισμός της με τη γαλάζια κομματοκρατία, αλλά και η έλλειψη αξιόλογου κυβερνητικού έργου, δεν επιτρέπουν στη ΝΔ να κερδίσει το χαμένο έδαφος.  Η αποστασιοποίηση δε, του λεγόμενου κεντρώου ακροατηρίου απομειώνει τις πολιτικές της προοπτικές.

Το ΠΑΣΟΚ εύλογο ήταν να βρεθεί σε δυσχερή θέση. Τις ευκαιρίες που του δόθηκαν δεν τις αξιοποίησε. Θεώρησε πως η πολιτική είναι μια εύκολη άσκηση. Και το κυριότερο ότι ακολουθεί μια γραμμική εξέλιξη. Πίστεψε ότι η κυβερνητική φθορά είναι επαρκής προϋπόθεση, για την ανάκαμψή του.

Η αδυναμία του να διαβάσει το διαρκώς μεταβαλλόμενο πολιτικό περιβάλλον, του στέρησε τη δυνατότητα να προσαρμοστεί σε αυτό. Υπερτίμησε την αξία του καταγγελτικού λόγου, υποτιμώντας παράλληλα την ανάγκη μιας νέας και σύγχρονης πολιτικής επαγγελίας.

Η απουσία στρατηγικής το οδηγεί σήμερα σε ανερμάτιστες επιλογές. Με την υποτιθέμενη διεύρυνση, έφτασε στο σημείο να αλιεύει τα ναυαγισμένα στελέχη του υπό διάλυση ΣΥΡΙΖΑ. Τα αναξιόπιστα και απαξιωμένα εκείνα στελέχη, τα οποία στα δύσκολα χρόνια της οικονομικής κρίσης είχαν εγκαταλείψει το πράσινο σκάφος. Προτάσσοντας την πολιτική τους και μόνο επιβίωση, επιδιώκουν τον επαναπατρισμό τους στο ΠΑΣΟΚ, βλέποντας ορθάνοιχτες τις αγκάλες της ηγεσίας.

Αν η υιοθέτηση πρακτικών που στερούνται πολιτικές αρχών και αξιών, αλλά και αποπνέουν προσωπική συναλλαγή και παλαιοκομματικές μεθόδους, δεν συνιστούν διαζύγιο με την αξιοπιστία, τότε τι είναι; Το αυτονόητο αυτό ερώτημα μας υποδεικνύει γιατί η πολιτική βρίσκεται αντιμέτωπη με μια βαθιά αξιακή κρίση.

Το ΠΑΣΟΚ είναι ένα κόμμα με ιστορικό, ιδεολογικοπολιτικό και κοινωνικό βάθος. Η προσφορά του δε, στον τόπο είναι ανεκτίμητη.  Εντούτοις σε αυτή την κρίσιμη συγκυρία, εμφανίζεται αμήχανο και ανήμπορο, να ανταποκριθεί στις τωρινές ανάγκες και απαιτήσεις. Και αυτό γιατί οι ανέμπνευστες πολιτικές του δεν προσελκύουν το ενδιαφέρον της ευρύτερης κοινής γνώμης. Η αδυναμία του να καταγραφεί στο πολιτικό στερέωμα ως φορέας νέων ιδεών, το περιχαράκωσε στο στενό κομματικό του πυρήνα. Η ασάφεια του ως προς το καίριο δίλλημα της διακυβέρνησης, επιτείνει την κρίση ταυτότητας και προσανατολισμού.

Η επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα διαμορφώνει ένα εντελώς διαφορετικό πολιτικό σκηνικό. Αν και ήταν αναμενόμενη η επιστροφή του, οι αντίπαλοι του ξαφνιάστηκαν. Παγιδευμένοι στις αυταρέσκειες και μονομέρειες τους, άφησαν ελεύθερο το έδαφος για την επάνοδό του. Μάλιστα το ΠΑΣΟΚ που είχε πρόσθετο λόγο να νοιάζεται για τις διεργασίες στο ευρύτερο κεντροαριστερό χώρο, απέκλειε την ενεργοποίηση του πρώην Πρωθυπουργού ή αφελώς δήλωνε πως δεν το αφορά.

Το ποιες θα είναι οι επιδόσεις του Αλέξη Τσίπρα, είναι ένα ανοικτό ερώτημα. Ακόμη δεν έχει αποκρυσταλλωθεί το εκλογικό του ακροατήριο. Πάντως ο κατακερματισμός των πολιτικών δυνάμεων, η επακόλουθη ρευστότητα καθώς και η αδυναμία  των ανταγωνιστών του, του  προσφέρουν πρόσθετες ευκαιρίες. Από την άλλη το κυβερνητικό του παρελθόν, αφυπνίζει και ενεργοποιεί τα αντανακλαστικά όλων εκείνων, που είχαν σοβαρές ενστάσεις για τον τρόπο που διαχειρίστηκε κρίσιμα και θεμελιώδη ζητήματα στη διάρκεια της πρωθυπουργικής του θητείας.

Αναμφίβολα το επικοινωνιακό του χάρισμα συνιστά πλεονέκτημα. Όμως οι προοπτικές του, δεν παύουν να είναι συνυφασμένες με το ποια θα είναι η στάση του απέναντι στους παλιούς συνοδοιπόρους του. Αν επιλέξει  ή αναγκαστεί να συμπορευτεί μαζί τους, αναπόφευκτο είναι ότι θα στενέψουν οι πολιτικοί του ορίζοντες.  Επιπλέον η αδυναμία του να εκφράσει νέες ιδέες και προσεγγίσεις στα μείζονα προβλήματα της χώρας  και της οικονομίας, περιορίζει την εμβέλειά του.

Το βέβαιο είναι ότι οι βασικοί συντελεστές του εγχώριου πολιτικού συστήματος, κυβερνώντες και αντιπολιτευόμενοι δεν δείχνουν να κατανοούν πως η κρίση εμπιστοσύνης που αντιμετωπίζουν επιτείνει τις ρηγματώσεις στις σχέσεις τους με ένα μεγάλο τμήμα των πολιτών. Οι παραμορφωτικοί φακοί με τους οποίους είναι εξοπλισμένοι, τους στερούν τη δυνατότητα να γνωρίζουν τη ζώσα πραγματικότητα. Τα κούφια στρατηγήματα που ακολουθούν αποδεικνύονται ατελέσφορα και αναποτελεσματικά.

Αξιοσημείωτο το παράδειγμα μιας κορυφαίας πολιτικής προσωπικότητας της Γερμανίας. Πριν τις εκλογές του 2021 ο Όλαφ Σόλτς, τηλεφώνησε στον αμερικανό φιλόσοφο και συγγραφέα Μάικλ  Σαντέλ, τον οποίο γνώριζε μόνο ως αναγνώστης του αξιόλογου βιβλίου «Η τυραννία της αξίας», ρωτώντας τον γιατί οι ψηφοφόροι των εργατικών στρωμάτων γυρίζουν την πλάτη στα κεντροαριστερά κόμματα, στρέφοντας το βλέμμα τους στους λαϊκιστές και στους εθνικιστές.

Η απάντηση του Μάικλ  Σαντέλ  στον σοσιαλδημοκράτη ηγέτη ήταν, «Χρειάζεται να θυμάστε τη λέξη σεβασμός». Έτσι  στην προεκλογική του καμπάνια ο υποψήφιος και μετέπειτα Καγκελάριος της Γερμανίας, είχε ως  κεντρικό μήνυμα τη λέξη σεβασμός. Το αποτέλεσμα εντυπωσιακό. Στη μάχη της κάλπης,  ο Όλαφ  Σόλτς και οι γερμανοί σοσιαλδημοκράτες  έπεισαν 300.000 εκλογείς προερχόμενους από λαϊκά στρώματα να επιστέψουν στο SPD και να το ψηφίσουν. Το γεγονός αυτό δείχνει, τι μπορεί να κάνει ένας εμπνευσμένος ηγέτης.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *