Του Γιώργου Πανταγιά
Η δυναμική της κλιματικής κρίσης, δεν προκαλεί μόνο απαισιοδοξία, αλλά και έντονη ανησυχία. Το έλλειμα βιωσιμότητας είναι δείκτης αλόγιστων πολιτικών και πρωτοφανούς αμεριμνησίας.
Γιόσκα Φίσερ
Δεν χρειάζεται να έχει κάποιος αυξημένα αντανακλαστικά για να καταλάβει, ότι βρισκόμαστε ήδη σε μια ζοφερή εποχή. Ούτε είναι απαραίτητο να διακρίνεται για τις περιβαλλοντικές και οικολογικές του ευαισθησίες. Και αυτό γιατί, η πραγματικότητα είναι αμείλικτη. Το χειρότερο δε, βιώνουμε τις απρόβλεπτες συνέπειες της.
Το σίγουρο πάντως είναι, ότι οι προοπτικές κάθε άλλο παρά ευοίωνες είναι. Η πολυπόθητη πρόοδος δεν ακολουθεί όπως νομίζουν κάποιοι, τη γραμμική ροή θετικών εξελίξεων. Το παρόν και το μέλλον ενέχει σημαντικούς κινδύνους. Η επιβάρυνση του κλίματος είναι υπαρκτή. Η σύνδεσή της με τις γεωπολιτικές εξελίξεις, την καθιστούν άκρως επικίνδυνη. Τα μαύρα σύννεφα της, τα οποία πλανώνται σε όλο τον κόσμο γίνονται ορατά όλο και περισσότερο.
Αρκεί να αναφέρουμε, πως στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο φετινός Ιούλιος, υπήρξε ο θερμότερος που μέχρι τώρα έχει καταγραφεί. Μάλιστα η ανυπόφορη ζέστη και τα κύματα του καύσωνα, κόστισαν τη ζωή σε σημαντικό αριθμό συνανθρώπων μας. Υπολογίζεται ότι πάνω από 1500 ήταν οι θάνατοι.
Πέρα από τις αβίωτες θερμοκρασίες, το κλιματικό χάος μας επιφύλαξε ανεξέλεγκτες πλημμύρες, πρωτοφανείς ξηρασίες και γιγάντιες πυρκαγιές με τραγικές συνέπειες. Τα πλήγματα στον αγροτοκτηνοτροφικό τομέα είναι ανυπολόγιστα. Με την υπερθέρμανση του πλανήτη, εκατομμύρια στρεμμάτων γεωργικών καλλιεργειών αντιμετωπίζουν πλέον αυξημένα προβλήματα βιωσιμότητας. Το φυσικό κεφάλαιο αποδυναμώνεται διαρκώς. Εξίσου δραστικές είναι και οι επιπτώσεις στο ζωικό κεφάλαιο.
Η σκληρή αλήθεια είναι ότι, ο κόσμος έχει πάρει «το δρόμο για την κλιματική κόλαση», όπως υποστήριξε πριν λίγες μέρες κατά τις εργασίες της τελευταίας συνόδου του ΟΗΕ, ο απερχόμενος Γενικός Γραμματέας του. Ο Αντόνιο Γκουτέρες έστρεψε τα βέλη του, δίχως να μασάει τα λόγια του, κατά των θιασωτών των ορυκτών καυσίμων, λέγοντας πως μεταχειρίζονται την ατμόσφαιρα του πλανήτη σαν ανοικτό υπόνομο, αντλώντας τεράστια υπερκέρδη και αδιαφορώντας πλήρως για τις καταστροφικές συνέπειες των ενεργειών τους.
Όπως επιστημονικά έχει τεκμηριωθεί, ο άνθρακας, ο λιγνίτης, το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο, είναι οι φυσικοί αυτουργοί της κλιματικής κρίσης. Η χρήση τους προκαλεί τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, ιδίως του διοξειδίου του άνθρακα. Η αύξησή τους επιβαρύνει περαιτέρω την ατμόσφαιρα, προκαλώντας ασφυκτικές συνθήκες διαβίωσης. Μολονότι οι πόλεμοι στην Ουκρανία και στον Περσικό Κόλπο επέτειναν την ενεργειακή κρίση, η Ευρωπαϊκή Ένωση, εξακολουθεί να ηγείται της κλιματικής δράσης.
Παρόλα αυτά οι φιλόδοξοι στόχοι που είχε θέσει για τη μείωση των αερίων του θερμοκηπίου, αντιμετωπίζονται πλέον από αρκετές χώρες με επιφύλαξη, θεωρώντας τους υπέρμετρα υπερβολικούς. Έστω και δειλά, κάποιοι υποστηρίζουν ότι πρέπει να εγκαταλειφθούν οι αρχικές επιδιώξεις. Μια πολυδύναμη επιχείρηση αμφισβήτησης και ευνουχισμού της Πράσινης Ατζέντας βρίσκεται σε εξέλιξη, εκμεταλλευόμενη τον πολιτικό κατακερματισμό και την ιδεολογική αναδίπλωση σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες.
Αναμφίβολα η κλιματική ανθεκτικότητα, δεν παύει να είναι ο νέος και αυτονόητος πράσινος στόχος. Ωστόσο πρόκειται για μια μάχη εξαιρετικά άνιση, δύσκολη και σύνθετη. Τα συμφέροντα που την αντιστρατεύονται, είναι κάτι παραπάνω από ισχυρά. Διαθέτουν αρκετά όπλα για να την καταπολεμήσουν. Και το κυριότερο, η πολιτική τους ισχύς δεν έχει εθνικά ή ακόμη και κομματικά σύνορα. Οι αρνητές της κλιματικής αλλαγής δεν αμφισβητούν μόνο τη ζοφώδη πραγματικότητα. Αλλά κάνουν ότι μπορούν για να την συντηρήσουν, με τις συναλλακτικές τους πρακτικές.
Ο τωρινός ένοικος του Λευκού Οίκου, ο ανερμάτιστος Ντόναλντ Τράμπ, ηγείται της σταυροφορίας των ορυκτών καυσίμων. Θεωρεί την κλιματική αλλαγή απάτη και την πράσινη ενέργεια καταστροφή. Οι άτοπες κινδυνολογίες του, βρίσκουν ανταπόκριση σε σημαντικά τμήματα της αμερικανικής και ευρωπαϊκής κοινής γνώμης. Συνοδοιπόροι του είναι όλα σχεδόν τα ακροδεξιά και νεοφασιστικά μορφώματα, των οποίων η κοινωνική απήχηση στην εποχή μας, γνωρίζει πρωτοφανή αποδοχή.
Το άσβεστο μίσος του για την Ευρώπη, το μπολιάζει διαρκώς με τον εξοβελισμό των πράσινων πολιτικών και της καθαρής ενέργειας. Ο νεότευκτος πλουτολαϊκισμός που ενσαρκώνει ο πολυεκατομμυριούχος Αμερικανός πρόεδρος, απεχθάνεται όσο τίποτα άλλο τις αξίες του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου. Η εχθροπάθειά του, δεν εδράζεται όπως κάποιοι νομίζουν στον άξεστο και απαίδευτο πολιτικό του χαρακτήρα. Απεναντίας αποτυπώνει έναν αδίστακτο κυνισμό για ανεξέλεγκτο πλουτισμό.
Η πολιτική είναι για τον Τράμπ ένα κτηματομεσιτικό και επιχειρηματικό πρότζεκτ. Τα ορυκτά καύσιμα αποδεικνύονται γι’ αυτόν, ως ο καλύτερος ανατροφοδότης για τη διεύρυνση και τον πολλαπλασιασμό του αλματώδη πλουτισμού του. Η προεδρική του θητεία βρίθει από πράξεις και ενέργειες, που μοναδικός τους γνώμονας είναι η διασφάλιση συναλλακτικών επιδιώξεων. Ακόμη και τον γεωστρατηγικό ανταγωνισμό της αμερικάνικης υπερδύναμης, τον φιλτράρει μέσα από την εξυπηρέτηση των προσωπικών του συμφερόντων.
Στο πεδίο αυτό κινείται και η σύμπλευσή του με τον Βλαδίμηρο Πούτιν. Ως άλλος αυτοκράτορας του φυσικού αερίου ο πρόεδρος της Ρωσίας, ουσιαστικά έχει τις ίδιες στοχεύσεις. Η δυσανεξία και των δύο για την απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, είναι περισσότερο ισχυρή από τις οποιεσδήποτε αντιθέσεις έχουν. Αν και είναι υπαρκτές και έντονες, συμπλέουν ανοικτά για την αποτροπή της πράσινης μετάβασης. Η πρωτοφανής επιθετικότητα του Πούτιν κατά της Ευρώπης, έχει ως όπλο την ενεργειακή τους εξάρτηση και κατ’ επέκταση τον πολιτικό της στραγγαλισμό. Οι επεκτατικές του βλέψεις είναι πρόδηλες.
Μέλημα των Τράμπ και Πούτιν είναι η ενεργειακή κυριαρχία και οι επακόλουθες επιδράσεις της. Οι πόλεμοι στην Ουκρανία και τον Περσικό Κόλπο, αναμφίβολα υποκρύπτουν αυτοκρατορικά σχέδια και ανομολόγητες σκοπιμότητες. Ωστόσο το ζήτημα της ενέργειας είναι αυτό που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των βλέψεων τους. Η αποκρυπτογράφηση της συμπεριφορά τους και των όσων έχουν εκφράσει και υποστηρίξει, συνιστά τρανή απόδειξη.
Αν τραβήξουμε την κουρτίνα των παρασκηνίων εύκολα διαπιστώνουμε τη θανάσιμη έχθρα τους για την Ευρώπη, για το οικοδόμημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και οι δύο με όπλο την ενέργεια επιχειρούν διακαώς την υπονόμευσή της, υποδαυλίζοντας τις αντιθέσεις που τη διαπερνούν, εθνικές και ιδεολογικοπολιτικές, έχοντας προνομιακούς συνομιλητές τους ακροδεξιούς ηγήτορες.
Αξιοποιώντας την ενεργειακή κρίση υποστηρίζουν αμφότεροι πλέον ξεκάθαρα τη πρόσδεση των ευρωπαϊκών χωρών, ο Τράμπ στο αμερικάνικο υγροποιημένο αέριο και ο Πούτιν στο ρωσικό αέριο. Τη ίδια δε στιγμή εκτοξεύουν ασύστολες κατηγορίες για τη στρατηγική της Πράσινης Μετάβασης και τη στροφή στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας.
Τα καίρια ζητήματα της κλιματικής αλλαγής και της ενεργειακής κρίσης δεν είναι εξωτική υπόθεση. Αντιθέτως είναι καίριας στρατηγικής σημασίας. Το έλλειμα βιωσιμότητας που προκαλούν, καθιστά τις ευρωπαϊκές χώρες ασθενικές και ευάλωτες. Διευρύνει δραστικά τις κοινωνικές ανισότητες, συντηρεί ένα παρασιτικό και αντιαναπτυξιακό μοντέλο, τροφοδοτεί τις δεξαμενές του εθνικισμού και των αποσχιστικών τάσεων. Η επέλαση της Ακροδεξιάς, αν δεν αναχαιτιστεί με συγκεκριμένες πολιτικές, θέτει σε αμφισβήτηση το εγχείρημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης.
Ως εκ τούτου, εύλογο είναι πως η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θα καταστεί πραγματικά κυρίαρχη και αυθύπαρκτη, αν δεν προτάξει την διασφάλιση της ενεργειακής της αυτονομίας. Όπως πολύ εύστοχα δήλωσε πρόσφατα ο εμπνευστής της Πράσινης Συμφωνίας, ο πρώην επίτροπος ενέργειας και επικεφαλής των Εργατικών της Ολλανδίας Φρανς Τίμερμανς, «Για την Ευρώπη η ενέργεια έχει πλέον μετατραπεί σε μείζον ζήτημα ασφάλειας. Δεν θέλουμε να αντικαταστήσουμε την εξάρτηση από τα ρωσικά ορυκτά καύσιμα με μια νέα εξάρτηση από τα αμερικάνικα ορυκτά καύσιμα. Επομένως χρειαζόμαστε επειγόντως τα ανανεώσιμα. Τα ενεργειακά μας όπλα είναι ο άνεμος και ο ήλιος. Αρκεί να δείξουμε την απαιτούμενη αποφασιστικότητα για την αξιοποίησή τους».
Η Ελλάδα και στα ενεργειακά ζητήματα συμπεριφέρεται ως εκκρεμές. Οι ταλαντώσεις της, είναι χαρακτηριστικές. Έπειτα από τα σημαντικά βήματα που έκανε στην καθαρή ενέργεια, στη συνέχεια αναδιπλώθηκε. Μολονότι πάνω από το 50% της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές (ΑΠΕ), όταν μάλιστα το 2017 μετά βίας άγγιζε το 20%, εντούτοις με την ελληνοαμερικάνικη συμφωνία και τον αποκαλούμενο Κάθετο Άξονα, επέλεξε τη στροφή στο αμερικάνικο αέριο.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη προέκρινε η χώρα μας να γίνει όπως λέγεται, η προνομιακή χώρα εισόδου του υγροποιημένου αμερικάνικου LNG, για τη μεταφορά του σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Ο μεταμορφισμός της κυβέρνησης δείχνει δίχως την παραμικρή αναστολή, πόσο πρόθυμη και διαθέσιμη είναι να συμβάλλει στα μεγαλεπήβολα αμερικάνικα ενεργειακά σχέδια, υποτιμώντας τις παρενέργειες των επιλογών της.
Αποκαλυπτικά είναι τα όσα έχουν γραφεί σε έγκυρα αμερικάνικα έντυπα, σύμφωνα με τα οποία η πρέσβειρα των ΗΠΑ στη χώρα μας, μιλώντας σε Ρουμάνους αξιωματούχους, εξήρε την ελληνοαμερικανική ενεργειακή συμφωνία για τον Κάθετο Άξονα. Αναφερόμενη δε στην επικείμενη κατάρρευση της ρουμανικής κυβέρνησης, σε δείπνο στην Αθήνα φέρεται να είπε, «Μπορούμε να κάνουμε αυτό σε όποια χώρα θέλουμε. Μπορούμε να το κάνουμε και εδώ.»
Πάντως η απουσία μιας εύστοχης και αποτελεσματικής ενεργειακής στρατηγικής, που θα διασφαλίζει τα συμφέροντα της χώρας επενδύοντας στην καθαρή, φθηνή και πράσινη ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές, δεν αποδεικνύεται μόνο από την κυβερνητική επιλογή της πρόσδεσης στο αμερικάνικο άρμα, του ακριβού και επιβλαβούς υγροποιημένου αερίου.
Επιπροσθέτως επιβεβαιώνεται από την ολιγωρία των κυβερνώντων να πράξουν το αυτονόητο, διασφαλίζοντας την αποθήκευση της παραγόμενης από τις ΑΠΕ ενέργειας. Η υστέρηση στην αποθήκευση είναι πρωτοφανής. Η Ελλάδα αποθηκεύει μόνο το 2% της παραγόμενης από ΑΠΕ ενέργειας, όταν την ίδια στιγμή η Ιταλία αποθηκεύει το 14%, το Ηνωμένο Βασίλειο το 13%, η Φιλανδία και η Ιρλανδία το 10%, η Ολλανδία και η Γερμανία το 8%.
Το παράδοξο για να μην πω προκλητικό είναι, ότι η Βουλγαρία εισάγει φθηνό ελληνικό ρεύμα από ΑΠΕ, το οποίο αποθηκεύει και στη συνέχεια το πουλάει στην Ελλάδα σε ακριβότερες τιμές. Ωστόσο τα παράδοξα δεν σταματούν εδώ. Το εγχώριο κομματικό σύστημα δεν δείχνει πρόθυμο να στηρίξει χωρίς επιφυλάξεις, ενστάσεις και αστερίσκους την αδιαπραγμάτευτη στροφή στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας.
Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που ανέχεται ή ακόμη και συντάσσεται με εκείνους που αφελώς και επιπόλαια υποστηρίζουν πως τα πτερύγια των ανεμογεννητριών προκαλούν καρκίνο. Αποσιωπώντας εσκεμμένα τα παραδείγματα περιοχών με δραστηριότητες εξόρυξης ορυκτών καυσίμων. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι η αποκαλούμενη διεθνώς «κοιλάδα του καρκίνου», στην πολύπαθη Λουιζιάνα. Στην αμερικάνικη αυτή πολιτεία, οι εξορύξεις πετρελαίου, φυσικού αερίου και λιγνίτη έχουν προκαλέσει σοβαρές και μακροχρόνιες περιβαλλοντικές, οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες.
Η υστέρηση της χώρας και της κοινωνίας, δεν αντιμετωπίζεται με ξέφρενο ανταγωνισμό της παροχολογίας που προσβλέπει στη ψήφο των εκλογέων, αλλά με ολοκληρωμένες στρατηγικές οι οποίες μπορούν να εδράζονται στην αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων του τόπου μας, στις ευκαιρίες και δυνατότητες που αυτά προσφέρουν. Η Ελλάδα δέσμια πολιτικά του Μίκρο αγνοεί τις ανάγκες του Μάκρο, συντηρώντας ένα αντιπαραγωγικό και παρασιτικό κοινωνικό μοντέλο.
Μια νέα ευρωπαϊκή στρατηγική της συνάντησης του κόκκινου με το πράσινο, των προοδευτικών δυνάμεων της σοσιαλδημοκρατίας με τα κινήματα των πρασίνων, είναι σήμερα παραπάνω από απαραίτητη. Η κλιματική ανθεκτικότητα και η νέα ενεργειακή αρχιτεκτονική, είναι ζωτική ανάγκη να αναδειχθούν σε εθνικούς στόχους, γνωρίζοντας πως, «σε κάθε περίσταση υπάρχουν ευκαιρίες, που αν τις αδράξεις καταφέρνεις τα μέγιστα», λέει ο Σαίξπηρ στο έργο του, Ιούλιος Καίσαρας.