O φόβος ως ψυχολογικός ρυθμιστής ηττημένων προσδοκιών

Του Γιώργου Πανταγιά

 

Είμαι απαισιόδοξος.

Αλλά ελπίζω.

 Μάικλ Σαντέλ

 

Ο αμερικανός φιλόσοφος και συγγραφέας του αξιόλογου βιβλίου «Η τυραννία της αξίας», μιλώντας στον Μιχάλη Μητσό στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, εξέφρασε την απελπισία του για τα όσα συμβαίνουν στις μέρες μας, στο διεθνές πολιτικό οικοσύστημα. Αλλά παρόλα αυτά δεν έπαψε να έχει προσδοκίες και αναμονές, πιστεύοντας στη δύναμη της αλήθειας και στη δυνατότητα της ανατροπής.

Με τη διεισδυτική του ματιά και τις  ερμηνευτικές του ικανότητες, συμπυκνώνει σε δύο φράσεις τα υπαρξιακά αδιέξοδα με τα οποία είναι αντιμέτωπος ο τωρινός κόσμος. Ταυτόχρονα όμως, αρνείται να συμφιλιωθεί με τη ματαίωση και την υποταγή.

Τα συναισθήματα τα οποία προκαλεί η ζώσα πραγματικότητα, αναμφίβολα διαμορφώνουν  νέα δεδομένα. Οι συνθήκες που βιώνουμε απέχουν παρασάγγας από τις προγενέστερες περιόδους. Οι παγκόσμιες εξελίξεις, κάθε άλλο παρά ελπιδοφόρες είναι. Οι προοπτικές που διαγράφονται είναι δυσοίωνες, δίχως την παραμικρή υπερβολή.

Το παλιρροιακό κύμα της δυσαρέσκειας, της απογοήτευσης, της ανασφάλειας, ακόμη και της απόγνωσης, συμπαρασύρει τις σταθερές που κυριαρχούσαν επί δεκαετίες σε Ευρώπη και Αμερική. Θρυμματίζει τα παλιά ιδεολογικοπολιτικά υποδείγματα. Εξοβελίζει βεβαιότητες  και πρωτίστως αξίες. Οι τεκτονικές αλλαγές που συντελούνται στις σύγχρονες χώρες μετακινούν τις πλάκες της πολιτικής ολοένα και περισσότερο προς τα δεξιά. Η συντηρικοποίηση ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων, είναι πλέον αναμφισβήτητο γεγονός.

Η επέλαση της ακροδεξιάς είναι απόρροια ουσιαστικών μεταβολών. Συνιστά πολιτισμική ανατροπή. Οι παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις δεν άκουσαν τη βοή των νέων ποταμών, που διαπερνούν το κοινωνικό σώμα σε προηγμένες χώρες της Δύσης. Ούτε αντιλήφθηκαν τα υπόγεια ρεύματα που με το πέρασμα του χρόνου απέκτησαν ξεχωριστή δυναμική. Ζώντας στο μικρόκοσμό τους, γύρισαν την πλάτη στην πραγματικότητα, έγιναν δέσμιοι της αυταρέσκειάς τους, αποξενώθηκαν από μεγάλα τμήματα του πληθυσμού.

Και το κυριότερο, δεν κατάλαβαν την καταλυτική δύναμη που αποκτά ο φόβος σε εποχές αβεβαιότητας. Πόσο μάλλον όταν γίνεται ο ψυχολογικός ρυθμιστής των ηττημένων προσδοκιών μιας κοινωνίας. Ο πρωταγωνιστής του γαλλικού Μάη του ΄68, Ντανιέλ Κον Μπεντίτ, αναφερόμενος στην έκρηξη των  πρόσφατων  μαθητικών διαδηλώσεων, στο Παρίσι είπε, «Εμείς πιστεύαμε στο μέλλον. Οι νέοι σήμερα φοβούνται ότι δεν υπάρχει μέλλον». Ή για να θυμηθώ τον Αλεξανδρινό ποιητή « Μην ελπίζεις  δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό».

Με άλλα λόγια, ο φόβος που φωλιάζει στις ψυχές των ανθρώπων δεν παύει να είναι ο μεγαλύτερος εχθρός, επηρεάζοντας και καθορίζοντας τις σκέψεις και τις επιλογές τους. Όπως έχει διαπιστωθεί, τα φοβικά σύνδρομα δεν γεννούν μόνο ανασφάλειες, αλλά ανατροφοδοτούν τις δεξαμενές του ανορθολογισμού και της συνωμοσιολογίας. Και κυρίως καλλιεργούν την αντιπαλότητα και την εχθροπάθεια.

Πάντως το σίγουρο είναι, πως η ακροδεξιά έκφανση έχει πολιτισμικές διαφορές από τις φιλελεύθερες και προοδευτικές δυνάμεις, είτε κεντροαριστερόστροφες είτε κεντροδεξιόστροφες. Άλλωστε οι διαφορές αυτές,  καθιστούν αυτονόητη την αυτόνομη πολιτική έκφρασή τους. Βέβαια υπάρχουν και περιπτώσεις δυνάμεων της δεξιάς που επιλέγουν την κυβερνητική συμπόρευση και συμμαχία με τους ακροδεξιούς.

Έτσι βλέπουμε η υιοθέτηση της ακροδεξιάς πολιτικής ατζέντας, από τις αποκαλούμενες κεντροδεξιές δυνάμεις, μόνο αρνητικές επιπτώσεις τους επιφυλάσσει. Μάλιστα φουσκώνει περαιτέρω τα πανιά των ακροδεξιών μορφωμάτων. Τα παραδείγματα πριν χρόνια με τον Σαρκοζί και τώρα με τον Μερτς το επιβεβαιώνουν. Οι προβλεπόμενες ανατριχιαστικές εξελίξεις σε δύο σημαντικές ευρωπαϊκές χώρες,  με τη Λεπέν στη Γαλλία, με το Αfd στη Γερμανία, εύλογο είναι να προκαλούν αμηχανία, να θέτουν ερωτήματα και να  προβληματίζουν.

Αναμφίβολα τα όσα συμβαίνουν δεν αντιμετωπίζονται με απλουστευτικές ερμηνείες. Ούτε συνιστούν στιγμιαίο γεγονός. Και το κυριότερο δεν είναι μόνο ο γιαλός στραβός, αλλά στραβά αρμενίζουν οι άλλοτε κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις. Τα προτάγματα τα οποία ενσάρκωναν στη Γηραιά Ήπειρο, έχουν χάσει την ελκυστικότητά τους έπειτα από την έκρηξη της παγκοσμιοποίησης και την πρωτοφανή επιβολή των κανόνων της αγοράς.

Συνεπώς τα προβλήματα που έχουν προκληθεί, αναζητούν νέες προσεγγίσεις και απαντήσεις. Οι διαφορετικές συνθήκες  υπερβαίνουν τα παλιά πολιτικά εργαλεία. Τα λεγόμενα συστημικά κόμματα θεωρούνται υπεύθυνα για τα σημερινά οικονομικά, κοινωνικά, περιβαλλοντικά αδιέξοδα. Η όξυνση των ανισοτήτων αποδίδεται στις πολιτικές που εκείνα πρέσβευαν. Η βιωσιμότητα του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου αμφισβητείται. Οι θιασώτες του, δυσκολεύονται να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα. Η δυστοκία τους να ανταποκριθούν στις τωρινές ανάγκες και απαιτήσεις, επιτείνει την κρίση εμπιστοσύνης στις σχέσεις τους με τους πολίτες.

Αναμενόμενο επακόλουθο είναι, τα κοινωνικά, οικονομικά, ενεργειακά και πολιτικά ελλείματα που αφήνουν πίσω τους, οι διαχειριστές της εξουσίας να αποτελούν την καύσιμη ύλη για τις ποικιλώνυμες δυνάμεις του ανορθολογισμού, της μισαλλοδοξίας, του εθνικισμού  και του λαϊκισμού.

Ο ρόλος των κοινωνικών δικτύων αποδεικνύεται καταλυτικός. Οι χρήστες τους, υπερχειλίζουν από εμπάθεια και φθόνο. Αναγορεύονται σε φωστήρες της συνωμοσιολογίας και της σπέκουλας. Εκτοξεύουν τόνους δηλητηρίου, δίχως να έχουν την παραμικρή αναστολή. Ο εθισμός τους στις οθόνες, τους μετατρέπει σε πειθήνια όργανα των πιο λούμπεν στοιχείων. Η ψύχωση υποκαθιστά τη λογική. Η αξία της πολιτικής εξοβελίζεται. Οι εκπρόσωποί της, ταυτίζονται με τους δαίμονες.

Η λαίλαπα του Τραμπ, η επέλαση της ακροδεξιάς, η επιθετικότητα του Πούτιν, δεν είναι τίποτα άλλο παρά αυθεντικά προϊόντα μιας πρωτοφανούς αναχρονιστικής αναδίπλωσης. Ουσιαστικά είναι δείκτες όλων εκείνων που εχθρεύονται την πρόοδο και την ευημερία. Αμφισβητούν την αντιπροσωπευτική δημοκρατία και το κράτος δικαίου. Στοχοποιούν  το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, επιδιώκοντας την αποδόμηση και κατάρρευση του. Συμπορεύονται με τα αυταρχικά και απολυταρχικά καθεστώτα ανά τον κόσμο, εξυπηρετώντας τα ανομολόγητα συμφέροντα τους.

Εύλογο είναι οι ποικιλώνυμοι  εκφραστές τους,  να αποκτούν απήχηση και αποδοχή υποδαυλίζοντας τα άγρια ένστικτα των πιο καθυστερημένων κοινωνικών στρωμάτων, καθώς και των παρασιτικών δυνάμεων οι περισσότερες από τις οποίες  κολυμπούν στην απληστία. Με άλλα λόγια οι υποστηρικτές τους, βρίσκονται στον αντίποδα της πλειονότητας των πολιτών που προσβλέπουν, στις δημοκρατικές αξίες, στην άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και στις ίσες ευκαιρίες.

Παρόλα αυτά, στη δημόσια ζωή η δύναμη της άρνησης είναι πιο ισχυρή από το θετικό λόγο. Και αυτό γιατί καλλιεργεί κλίμα αντίδρασης, δυσαρέσκειας και δυσπιστίας. Έτσι άλλωστε μπορεί να ερμηνευτεί  η επιρροή που ασκούν τα πολιτικά συναρθρώματα  της ακροδεξιάς πατριδοκάπηλης και ρεβανσιστικής ρητορικής. Αναμφισβήτητο γεγονός είναι, πως η κρίση της πολιτικής ρίχνει νερό στον μύλο των πιο αντιδραστικών ακόμη και νεοφασιστικών δυνάμεων.

Και κάτι άλλο εξίσου σημαντικό, στην Ευρώπη η κρίση είναι συνυφασμένη με την ασυμμετρία του ενοποιητικού της εγχειρήματος. Οι δυσλειτουργίες του είναι υπαρκτές και έντονες. Οι εθνικές επιδιώξεις των κρατών μελών, λειτουργούν ως τροχοπέδη για την περαιτέρω ισχυροποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το ίδιο και οι αντιθέσεις Βορά-Νότου. Τα προβλήματα ανταγωνιστικότητας και τεχνολογικής υστέρησης επιβραδύνουν τη δυνατότητα της, να έχει το δικό της αυτόνομο ρόλο στην παγκόσμια σκακιέρα. Η απουσία αξιόλογων και ικανών ηγετών την αφυδατώνει. Και το χειρότερο επιτείνει την αποξένωσή της από τους πολίτες.

Σε μια εποχή όπου ο κόσμος έχει έρθει άνω-κάτω, η απάντηση στα οξυμένα προβλήματα που η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει, είναι περισσότερη Ευρώπη. Δύσκολο και σύνθετο στοίχημα. Η αποτελεσματική απόκρουση του κύματος του ανορθολογισμού πριν αυτό αποσαρθρώσει τα θεμέλια του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, προϋποθέτει την επιστροφή της πολιτικής. Οι διαχειριστικές και τεχνοκρατικές αντιλήψεις και πρακτικές, το μόνο που επιτυγχάνουν είναι η διαιώνιση των παραλυτικών ισορροπιών και αδιεξόδων.

Στα καθ’ ημάς τα προβλήματα της χώρας είναι πανομοιότυπα. Το εγχώριο πολιτικό σύστημα, φαίνεται να βρίσκεται σε διάσταση με την πλειονότητα των πολιτών. Η έκλειψη εμπιστοσύνης είναι πρωτοφανής. Κυρίαρχα συναισθήματα, η δυσαρέσκεια, η απαισιοδοξία, η απόγνωση. Η άρνηση της πραγματικότητας θέτει σε αμφισβήτηση την αξιοπιστία κυβερνώντων και αντιπολιτευόμενων. Ο κομματικός ανταγωνισμός αποδεικνύεται άγονος και ατελέσφορος.

Η μικροπολιτική δεν παύει να είναι η πρώτη ύλη στους προσωπικούς διαξιφισμούς  και τις δημόσιες αντιπαραθέσεις. Η έλλειψη νέων εθνικών στόχων και στρατηγικών σχεδίων, δεν καλύπτεται από τις ανέξοδες υποσχέσεις και παροχολογίες. Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη επισείει το φόβητρο της ακυβερνησίας, προσπαθώντας να ανακτήσει το χαμένο έδαφος. Αλλά και να καλύψει τις δυσμενείς επιπτώσεις των επιλογών της. Το ΠΑΣΟΚ και η ΕΛΑΣ καταφεύγουν σε αψιμαχίες, υποτιμώντας την ανάγκη αμφότερης ουσιαστικής ανατοποθέτησης. Καίρια άλλωστε προϋπόθεση για την ανασύνθεση του προοδευτικού χώρου.

Παρακολουθώντας τα τεκταινόμενα ήρθε στη σκέψη μου η φράση του χαρισματικού Ιταλού ηγέτη της αριστεράς  Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, «Τα κόμματα δεν κάνουν πια πολιτική. Ουσιαστικά έχουν μετατραπεί σε μηχανές εξουσίας και πελατείας». Μια παραδοχή που παραμένει επίκαιρη, όπως έδειξε και η πρόσφατη έρευνα της Μetron Analysis για λογαριασμό του Μega Νews 104,6. Σύμφωνα με την οποία η πλειονότητα των Ελλήνων πολιτών προσβλέπει στην πολιτική, δίχως να εμπιστεύεται τα κόμματα.

Έπειτα από όλα αυτά, το να είσαι απαισιόδοξος αλλά και ταυτόχρονα να ελπίζεις,  έχει ως βασική προϋπόθεση την παραδοχή, το μέλλον να δημιουργεί το παρόν. Διαφορετικά  θα κυριαρχεί το παρελθόν, όπως δυστυχώς σήμερα συμβαίνει.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *