Πρωτοκαθεδρία δημοσκοπήσεων

Του Γιώργου Πανταγιά

 

Δεν είσαι ηγέτης

αν σε καθοδηγούν

οι δημοσκοπήσεις

 Μάργκαρετ  Θάτσερ

Η αλήθεια καταλύει ιδεολογικοπολιτικές διαιρέσεις. Δεν είναι προνόμιο  μόνο των προοδευτικών. Ούτε υπόκειται  σε διαφορετικές ερμηνείες. Οι πράξεις, οι εμπειρίες, τα βιώματα,  συνθέτουν αυταπόδεικτες παραδοχές και κατ’ επέκταση την πραγματικότητα. Έτσι και η νεοφιλελεύθερη και μακροβιότερη Βρετανή πρωθυπουργός, γνωστή για τις απολυτότητες  της, δεν μάσησε τα λόγια της και υποστήριξε το αυτονόητο.

Στο πολιτικό στερέωμα, οι πρωταγωνιστές που γίνονται δέσμιοι των δημοσκοπικών ευρημάτων, αυτοκαταργούνται. Ουσιαστικά μετατρέπονται σε μεταπράτες επιθυμιών και προσδοκιών τμημάτων της κοινής γνώμης. Γίνονται έρμαιο κοντόφθαλμων επιδιώξεων και ανταγωνισμών. Παρασύρονται σε μια αχρείαστη διελκυστίνδα ανούσιων αντιπαραθέσεων. Στροβιλίζονται, αποκομμένοι από το ευρύτερο κοινωνικό σώμα.

Ως αυθεντικοί εκφραστές μειωμένης ή ακόμη και ανύπαρκτης ηγετικότητας,  περιορίζονται σε μία επιφανειακή σχέση με μερίδα των πολιτών, τους οποίους αντιμετωπίζουν ως απλούς ψηφοφόρους. Και το χειρότερο αδυνατούν να κατανοήσουν τις διεργασίες, τις μεταβολές και τις αναδιατάξεις που διαρκώς συντελούνται στη ζώσα πραγματικότητα. Πόσο μάλλον, να  ενσαρκώσουν σε πολιτικό πρόταγμα τις ανάγκες μιας χώρας και τις προσδοκίες μιας κοινωνίας.

Με μπούσουλα τον πρωτοφανή ορυμαγδό των ερευνών της κοινής γνώμης από διάφορες εταιρίες, στη χώρα μας κυβερνώντες και αντιπολιτευόμενοι, πολιτεύονται έχοντας το βλέμμα τους στραμμένο στις επιδόσεις που καταγράφουν στις σφυγμομετρήσεις. Εύλογο επακόλουθο είναι, η πολιτική ζωή να περιστρέφεται γύρω από τα ευρήματα τους. Τα μείζονα προβλήματα του τόπου και των πολιτών να επισκιάζονται από το δημοσκοπικό λόγο. Αλλά και την εναγώνια προσπάθεια των πρωταγωνιστών, να διευρύνουν το μερίδιο αποδοχής τους, στους εκλογείς. Μάλιστα προκειμένου να ανεβάσουν τα ποσοστά τους, καταφεύγουν σε γενναιόδωρες υποσχέσεις και παροχές.

H πρωτοκαθεδρία της πολιτικής πάει περίπατο. Ο εκτροχιασμός  συντελείται με την υποταγή  των εκπροσώπων της, στις  δημοσκοπήσεις. Οι πολιτικές ηγεσίες τις χρησιμοποιούν για να καλλιεργήσουν τη δική τους ιδεατή και επιθυμητή εικόνα, επιχειρώντας να δείξουν πως οι αποκαλούμενες βελόνες δεν παραμένουν στάσιμες.   Αντί να αποτελούν αντικείμενο μελέτης, ανάλυσης και διερεύνησης των κοινωνικών και πολιτικών τάσεων που διαπερνούν το ευρύτερο σώμα των ψηφοφόρων, οι κομματικές ηγεσίες τις επικαλούνται για να καλύψουν τα υπαρκτά και έντονα ελλείματά τους.

Με τη μέθοδο όμως την οποία ακολουθούν, δεν ακυρώνουν μόνο τον καθοδηγητικό τους ρόλο. Αλλά επιτυγχάνουν και κάτι χειρότερο, επιτείνουν την αποστροφή της πλειονότητας των πολιτών, προς την υπάρχουσα πολιτική τάξη. Τα ρήγματα  που έχουν προκληθεί είναι διακριτά και έντονα. Οφείλονται στην κρίση εκπροσώπησης και εμπιστοσύνης, η οποία έχει προσλάβει ξεχωριστές διαστάσεις. Οι μαρμαρωμένοι κομματικοί μηχανισμοί είναι αποξενωμένοι από το κοινωνικό σώμα. Υπάρχουν και συντηρούνται από τις φιλοδοξίες των επίδοξων αρχηγών και στελεχών τους.

Η πολιτική ως πρώτη ύλη για την αναζωογόνηση και το συγχρονισμό της Ελλάδας με την τωρινή εποχή, βρίσκεται σε υποχώρηση. Η ευμάθεια θεωρείται σπάνιο είδος. Οι νέες ιδέες εκλείπουν. Τα παλιά κλισέ και στερεότυπα κυριαρχούν. Η συναλλαγή και η διαφθορά κερδίζουν συνεχώς έδαφος.  Η πολιτική ένδεια είναι πλέον βασικό χαρακτηριστικό του εγχώριου κομματικού συστήματος. Η διαμάχη για την εξουσία αναδεικνύεται σε οίστρο ζωής.

Οι κυβερνώντες αποδεικνύονται μονοκαλλιεργητές των δημοσκοπήσεων. Τις επικαλούνται συνεχώς, υποστηρίζοντας  ότι υπερέχουν έναντι των αντιπάλων τους, αδιαφορώντας για τα οξυμένα προβλήματα που έχουν προκληθεί στη διάρκεια της θητείας τους.  Από την άλλη, τα αντιπολιτευόμενα κόμματα εξουσίας εστιάζουν το λόγο τους, στο ότι η πλειονότητα των ερωτηθέντων επιζητούν πολιτική αλλαγή, υποτιμώντας την αδυναμία τους να εισπράξουν την κυβερνητική φθορά.   Εντούτοις αμφότεροι αδυνατούν να απαντήσουν με τρόπο ουσιαστικό και αξιόπιστο, στο μείζον ζήτημα της κυβερνησιμότητας του τόπου.  Επιπροσθέτως, στερούνται στρατηγικού προτάγματος για τις προκλήσεις με τις οποίες είναι αντιμέτωπη η χώρα.

Η Ελλάδα είχε την ατυχία μετά τις εκλογές του 2004, να βρεθούν στο πηδάλιο της εξουσίας πολιτικές ηγεσίες, οι οποίες υπολείπονταν των αναγκών και των απαιτήσεων. Ηγεσίες που δεν είχαν την απαιτούμενη πολιτική και διαχειριστική επάρκεια. Αλλά και διακρίνονταν από πρωτοφανή επιπολαιότητα και ελαφρότητα. Το κυριότερο δε, πολιτευόμενες εκτός πραγματικότητας, δεν κατάλαβαν τους κινδύνους που εγκυμονούσαν οι επιλογές τους. Κορυφαίο παράδειγμα η χρεωκοπία του 2008-2009 εξαιτίας της νεοδημοκρατικής αμεριμνησίας και ανικανότητας. Ο τότε πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής, δέσμιος των δημοσκοπήσεων, είχε ως μοναδικό του μέλημα τη διαιώνιση της διακυβέρνησής του, ακολουθώντας ξέφρενες πελατειακές πολιτικές για εξυπηρέτηση των ψηφοφόρων του, με συνέπεια το δημοσιονομικό εκτροχιασμό.

Αν φέρουμε μπροστά μας τη μεγάλη εικόνα, εύκολα διαπιστώνουμε πως στις μέρες μας πληθαίνουν οι ανάξιες ηγεσίες στη διεθνή σκηνή. Αξιόλογοι πολιτικοί με ηγετικά προτερήματα, λιγοστεύουν ολοένα και περισσότερο. Απεναντίας κυριαρχούν οι μετριότητες και οι ηγετίσκοι, η παρουσία των οποίων εξαντλείται στην απλή διαχείριση. Βέβαια υπάρχουν και εκείνοι που εκμεταλλευόμενοι την απουσία ικανών ηγετών, πλασάρουν ως ενναλακτική πρόταση κυβερνησιμότητας, είτε τους εκφραστές ακροδεξιών μορφωμάτων, είτε  πολιτικά απονευρωμένες τεχνοκρατικές λύσεις.

Πάντως κορυφαίες προσωπικότητες με το ηγετικό διαμέτρημα  των Μιτεράν, Κόλ, Πάλμε και για να έρθουμε στα καθ΄ ημάς  των Κωνσταντίνου Καραμανλή, Ανδρέα Παπανδρέου και Κώστα Σημίτη, μας υπενθυμίζουν την αξία της στιβαρής και  ικανής ηγεσίας. Επιπλέον μας δείχνουν, ότι χώρες και κοινωνίες βάζουν ψηλά τον πήχη των προσδοκιών, όταν ο ηγήτορας έχει την ικανότητα να λειτουργήσει ως εμπνευστής μεγάλων στρατηγικών προταγμάτων.

Άλλωστε αυτά είναι που διαμορφώνουν πλειοψηφικά ανθεκτικά πολιτικά ρεύματα και προσδίδουν πλεονάζουσα έλξη στις ιδέες του ορθολογισμού και της κοινωνικής ευημερίας. Αντιθέτως η απουσία εμπνευσμένων ηγετών, αποσαρθρώνει τους κοινωνικούς σχηματισμούς, ενισχύοντας τις δυνάμεις του ανορθολογισμού του εθνολαϊκισμού και της μισαλλοδοξίας. Έτσι εξηγείται και η επέλαση της ακροδεξιάς.

Αναμφίβολα, η πολιτική ηγεσία έχει πάντα μια προσωπική διάσταση. Ο ηγέτης καθορίζει τους στόχους και τις προτεραιότητες μιας κυβέρνησης, αλλά και τα στρατηγικά και λειτουργικά μέσα για να πετύχει τις επιδιώξεις του. Με αυτό τον τρόπο αποκτά την πυξίδα που χρειάζεται, προσδίδοντας την απαραίτητη σημασία στο αξίωμα του. Δίχως να παγιδεύεται στα πρόσκαιρα και στα εφήμερα, στα μικρά και στα ευτελή.

Η κυριαρχία των ικανών και αξιόλογων ηγετών, δεν εδράζεται στις εντυπώσεις και στις ψευδείς παραστάσεις των σφυγμομετρήσεων της κοινής γνώμης. Αλλά στην επίτευξη εθνικών στόχων, κοινωνικών προτεραιοτήτων, στρατηγικών επιδιώξεων.  Όπως εξάλλου το έπραξαν με το δικό τους τρόπο, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής με την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ, ο Ανδρέας Παπανδρέου με την επισφράγιση του τέλους της μετεμφυλιακής καχεκτικής δημοκρατίας, ο Κώστας Σημίτης με τη συμμετοχή της χώρας στην ΟΝΕ, μετατρέποντας την εκσυγχρονιστική προσταγή σε πολιτικό πρόγραμμα.

Στην τωρινή περίοδο όπου πλειοδοσία κοντόφθαλμων και κούφιων υποσχέσεων έχει γίνει κανόνας, αξίζει να σημειώσω πως όταν στα χρόνια της δεκαετίας του ΄80, ο Κώστας Σημίτης αναφέρθηκε στην ανάγκη εκσυγχρονισμού της ελληνικής κοινωνίας,  άνοιξε μέτωπο με τις επικρατούσες αντιλήψεις.  Σήκωσε ουσιαστικά τη σημαία της αντιπαράθεσης  με την πελατειακή νοοτροπία και τη συντεχνιακή αντίληψη, με το κράτος  παροχών, την κλειστή κοινωνία και τον πολιτισμικό απομονωτισμό. Παθογένειες ισχυρές, ακόμη και μέσα στο ίδιο το κόμμα του.

Συνεπώς, ο πραγματικός πολιτικός ηγέτης δεν είναι ευάλωτος στην ψηφοθηρία και στη μικροπολιτική. Ούτε στην εξυπηρέτηση επιμέρους αιτημάτων και στενών συντεχνιακών συμφερόντων. Δεν υποτάσσεται στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα, αλλά παρεμβαίνει σε αυτήν διαμορφώνοντας ο ίδιος τις κινούσες ιδέες, ακόμη και αν χρειαστεί να πηγαίνει κόντρα στο ρεύμα. Με άλλα λόγια δεν εργάζεται για τις επόμενες εκλογές, αλλά για τις επόμενες γενιές.

Ο ορίζοντας της πολιτικής, για να επικαλεστώ τον αρχιτέκτονα της ευρωπαϊκής ενοποίησης Ζακ Ντελόρ, δεν μπαίνει στη μέγγενη της εξουσίας για να άγεται και να φέρεται από τις δημοσκοπήσεις. Όταν μια ηγεσία έχει όραμα, αντιμετωπίζει την πολιτική ως εργαστήριο ιδεών, επιδιώκοντας την επίτευξη στρατηγικών προταγμάτων.  Προϋπόθεση για κάτι τέτοιο είναι η ύπαρξη ηγετικότητας. Προτέρημα εξαιρετικά  δύσκολο, σύνθετο και  σημαντικό για τη διαχείριση της πολιτικής.

Αρκεί να θυμηθούμε πως πριν από πολλά χρόνια, ο σπουδαίος εθνάρχης Ελευθέριος Βενιζέλος, νοιώθοντας «βαρύ το χέρι της Ιστορίας», αρνήθηκε να υιοθετήσει το αίτημα των παραληρούντων οπαδών του, οι οποίοι επιζητούσαν Συντακτική Βουλή. Μάλιστα δεν δίστασε να επιμείνει στην ανάγκη Αναθεωρητικής, υψώνοντας τη φωνή του και κτυπώντας το χέρι στο τραπέζι,  έδειξε το ηγετικό του ανάστημα.

Η πρωτοκαθεδρία της πολιτικής παραμένει ζωτική προτεραιότητα, για μια χώρα και μια κοινωνία, που δεν παγιδεύονται στη στασιμότητα και στην αδράνεια. Η επικυριαρχία των δημοσκοπήσεων, καλλιεργεί ρηχή, μονομερή και ενίοτε  στρεβλή εικόνα και το χειρότερο αντιμετωπίζει τις πολιτικές ηγεσίες ως ναυαγοσώστης.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *